Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Ρέα Γαλανάκη

Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει τέχνη. Η συγκίνηση του δημιουργού, αυτό που εγώ τουλάχιστον αποκαλώ συναίσθημα, είναι προϋπόθεση της τέχνης.


Η λειτουργία, ωστόσο, του συναισθήματος είναι διπλή. Από τη μια μεριά το συναίσθημα είναι προϋπόθεση δημιουργίας, από την άλλη το συναίσθημα είναι κι ένας από τους βασικούς σκοπούς της τέχνης: να «αγγίξει», δηλαδή, το θυμικό του αποδέκτη της, ώστε να εκμαιεύσει κι απ’ αυτόν συναισθήματα αντίστοιχα προς εκείνα που κινητοποίησαν τον καλλιτέχνη.

Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε το 1947 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία  στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ έμεινε πολλά χρόνια στην Πάτρα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα,  ποιήματα και δοκίμια.
Μεταξύ άλλων διακρίσεων, έχει τιμηθεί  δυο φορές με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (Μυθιστορήματος το 1999 για το Ελένη, ή ο Κανένας, Διηγήματος το 2005 για το Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι), το 2003 από τηνΑκαδημία Αθηνών με το «Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα και Ελένης Ουράνη» για το μυθιστόρημα Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων, το 2006 με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για το μυθιστόρημα Αμίλητα, βαθιά νερά, και το 1987 με το «Βραβείο Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης.  Επίσης, το μυθιστόρημά της Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που εντάχθηκε το 1994 από την Ουνέσκο στη συλλογή της Unesco Collection of Representative Works, ενώ το Ελένη, ή ο Κανένας διεκδίκησε το 1999 το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Αριστείον» μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων.

Έργα της έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, τούρκικα, αραβικά, κινεζικά, εβραϊκά, αλβανικά, ολλανδικά, βουλγαρικά, σουηδικά, λιθουανικά, τσέχικα), ενώ   έχει κληθεί να   συμμετάσχει σε φεστιβάλ, συνέδρια, πανεπιστημιακά σεμινάρια και   εκδηλώσεις   στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό. Αποσπάσματα από δυο μυθιστορήματά της έχουν ενταχθεί στη διδασκόμενη Νεοελληνική Λογοτεχνία  της Μέσης Εκπαίδευσης.

«Θυμός» και «λόγος» πάνε παρέα σ’ αυτή τη δύσβατη οδό, κουβεντιάζοντας, δίνοντας και παίρνοντας, σταματώντας και συνεχίζοντας, καβγαδίζοντας συχνά.

Όσο κι αν η παραπάνω πορεία από τη γύρη στον καρπό μένει τελικά ανεξερεύνητη, μπορεί να πει κανείς ότι κατά την διάρκειά της λαμβάνεται η πιο σημαντική απόφαση του δημιουργού: με ποιο τρόπο, δηλαδή, θα μετουσιώσει την συγκίνησή του σε έργο τέχνης.

Οι μεγαλύτερες ανατροπές στην τέχνη, οι πιο ρηξικέλευθοι καινοτόμοι στην ιστορία της, μάλλον υπήρξαν αυτοί που βίωσαν με πάθος την παράδοσή της, που την μελέτησαν βαθύτερα, που –με τον τρόπο τους, θα έλεγα- την είχαν σεβαστεί ακόμη και όταν αποπειράθηκαν να την σκοτώσουν. Τουλάχιστον αυτούς θυμόμαστε.



Ρέα Γαλανάκη: Ένα ενδοσκοπικό βιογραφικό 
Στην ουτοπία της Ιθάκης


Γεννήθηκα προς το τέλος του 1947 στο Ηράκλειο της Κρήτης, μια πόλη που, όσο περνούν τα χρόνια, από πραγματική γίνεται όλο και πιο μυθική για μένα. Ο κύρης μου, ο Εμμανουήλ Γαλανάκης, είχε τις ρίζες του στο Οροπέδιο Λασιθίου, συγκεκριμένα καταγόταν από το χωριό Ψυχρό, γι’ αυτό και πρωτάκουσα από το στόμα του την τοπική εκδοχή για τον ήρωα του πρώτου μου μυθιστορήματος, τον ­Ισμαήλ Φερίκ πασά, που καταγόταν κι εκείνος από το Ψυχρό.

Η μάνα μου, η Αικατερίνη Παπαματθαιάκη, που ζει ακό­μη κατάκοιτη στο πατρικό μου σπίτι στο Ηράκλειο, είχε τις δικές της ρίζες στην ορεινή επίσης Άνω Βιάννο, τόπο που σκηνογράφησε εν μέρει το τέταρτο μυθιστόρημά μου, τον Αιώνα των Λαβυρίνθων. Περιττό να πω ότι κυρίως η γενέτειρα πόλη (που, πριν ονομαστεί «Ηράκλειον» στα μέσα του 19ου αιώνα, είχε λάβει στη μακραίωνη ιστορία της τα πιο ωραία και πιο αντιπροσωπευτικά ονόματα Χάνδαξ, Κάντια, Κάστρο, Μεγάλο Κάστρο, ενώ οι χωρικοί την έλεγαν Χώρα) χτίζει το σκηνικό όλων των βιβλίων μου που ανα­φέρονται στη νήσο. Δυο σημεία που επηρέασαν επίσης την κρητοκεντρική μου μυθολογία είναι αφ’ ενός τα ερείπια της μινωικής Κνωσού, της ταυτισμένης με τον μύθο του Λαβυρίνθου, λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο, όσο και η κρητική Αναγέννηση που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στην πόλη μου και στην κρητική Λογοτεχνία.
Οι γονείς μου ήταν και οι δυο γιατροί, ωτορινολαρυγγολόγος ο πατέρας μου και μικροβιολόγος η μητέρα μου. Α­ξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον Μεσοπόλεμο είχαν βρεθεί και οι δυο στην Ευρώπη, ο πρώτος για το ντοκτορά του στο Μπορντώ και το Παρίσι, και η μητέρα στη Βιέννη για τις βασικές σπουδές.
Συναντήθηκαν στο Ηράκλειο και παντρεύτηκαν τότε που κόντευε να τελειώσει η Κατοχή. Όταν ήμουν μικρό παιδί, ο πατέρας μου έχτισε ένα πυρηνελαιουρ­γείο στην κατεστραμμένη από τους Γερμανούς Βιάννο, που είναι γνωστή ελαιοπαραγωγική περιοχή. Το αναγκαστικό κλείσιμο των πυρηνάδικων στην Κρήτη, και αλλού, τα αμέσως επόμενα χρόνια, προκάλεσε κατά κάποιον τρόπο την οικονομική του καταστροφή. Στο Ηράκλειο πάντως υπήρξαν και οι δυο γονείς μου διακεκριμένοι πολίτες, με έντο­νη κοινωνική δραστηριότητα (ο πατέρας μου, λόγου χάριν, ήταν για χρόνια και μέχρι τη Χούντα πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου, στέλεχος της βενιζελικής παράταξης κ.λπ.). Στα εξήντα μου πλέον, μπορώ να πω ότι τους οφείλω απίστευτα πολλά, όχι μόνο για τη θετική τους στάση απέ­ναντί μου, κάτι που είναι αυτονόητο, αλλά και για την οξύτατη αρνητική τους στάση, έτσι όπως μπόρεσα με το πέρασμα του χρόνου να την επεξεργαστώ και να την αξιοποιήσω. 

Ο τρόπος που μεγάλωσα, μαζί με τον λίγο μεγαλύτερο αδερφό μου Δημήτρη, στο έντονα πολιτικοποιημένο σπίτι μας, μέχρι το 1965, μου έδωσε δυο γερά θεμέλια. Από τη μια στηρίχτηκα στα νάματα του Διαφωτισμού, στην αγάπη της δημοκρατίας και των γραμμάτων, σε μια διαρκή απαίτηση δικαιοσύνης κι έντιμης προσωπικής ζωής. Αν η σταθερή μου, από παιδί, επιθυμία να «γίνω συγγραφέας» δεν εκφράστηκε καθαρά προς τον πατέρα παρά μόνο στα τριάντα μου, λίγο πριν εκείνος πεθάνει και αφού είχα πλέον παντρευτεί τον Ηλία Κούβελα, οφείλω στους γονείς μου το ότι μου έδωσαν την καλύτερη δυνατή μόρφωση στο Ηράκλειο της εποχής τους, ιδιαίτερα το ότι έβγαλα σχεδόν όλο το σχολείο στο περίφημο ιδιωτικό «Λύκειον ο Κοραής».
Από την άλλη μεριά, στηρίχτηκα σ’ έναν κόσμο φτωχό και ταπεινό, κυρίως αγράμματων γυναικών που μεριμνούσαν για τα καθημερινά και δούλευαν σκληρά, αφημένες τόσο στην πιο τίμια ορθοδοξία, όσο και σ’ έναν ασυνείδητο, αρχαϊκότερο παγανισμό. Στην εκ μητρός αγράμματη γιαγιά μου Μαριγώ, που ζούσε μαζί μας στο μεγάλο πατρικό σπίτι και της έμαθα εγώ γραφή κι ανάγνωση από ένα βιβλίο του Δημοτικού, στις κοπέλες από τα πάμπτωχα μεταπολεμικά χωριά που δουλεύανε στο σπίτι μας, στους συγγενείς που ερχόντουσαν να μείνουν στην πόλη και τους φιλοξενούσαμε, όσο και στις καλοκαιρινές μου διακοπές στους τόπους καταγωγής, οφείλω εξίσου πολλά, όσα και στους εγγράμματους γονείς μου. Αυτός ο χαμηλόφωνος, ο μη προνομιούχος κόσμος, τον οποίο συναναστράφηκα με ζεστασιά και με αίσθημα ισότητας, ποτέ δεν στράφηκε ανοι­χτά εναντίον μου, ούτε καν όταν στα είκοσί μου επαναστάτησα στον αποδεκτό από τους πάντες ως πατριάρχη, τον κύρη μου. Άλλωστε, χωρίς να το έχουν υποψιαστεί ποτέ (ή μήπως εγκρίνοντάς το σιωπηρά;), η επανάστασή μου απέ­ναντι στην αστική καταγωγή μου από τη δική τους διαφορετική, κατώτερη μοίρα είχε ξεκινήσει και τη δική τους ύπαρξη ήθελε να υπερασπιστεί.

Τους οφείλω ακόμη κάτι, πολύ σπουδαίο για ένα παιδί που επρόκειτο να γίνει συγγραφέας: τη γλώσσα που μιλούσα. Ενώ δηλαδή στο σχολείο διδάχτηκα την αρχαία κι έγρα­φα υποχρεωτικά στην καθαρεύουσα γλώσσα, στο σπίτι, στα χωριά και στους δρόμους της γειτονιάς διδάχτηκα τα ελληνικά του Ερωτόκριτου, προπαντός όμως την ομιλούμενη δημοτική της Κρήτης, την διανθισμένη με λέξεις τούρκικες, ιταλικές και αραβικές. Επιπλέον, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, διδάχτηκα απ’ αυτούς τους αγράμματους στην πλειοψηφία τους ανθρώπους τον άγραφο τοπικό πολιτισμό, το αρχέτυπο «Κρήτη» όπως το είχαν κουβαλήσει στα αργασμένα χέρια τους σωπαίνοντας, ή ελάχιστα μιλώντας για τα αυτονόητα και ταπεινά δικά τους· εγώ έπρεπε να μπω στον κόπο να ανακαλύψω τα υπόλοιπα. Τούτη η in vivo γνώση αναμίχθηκε με το νέκταρ μιας ουμανιστικής παιδείας, για όσα τουλάχιστον είχαν σχέση με την αρχαία ή τη νεοελληνική γραμματεία, δηλαδή με την ομορφιά και τη δύναμη της Λογοτεχνίας, αφού κάποια άλλα βιβλία μας σ’ εκείνη την εκδικητική μετεμφυλιακή εποχή, της Ιστορίας για παράδειγμα, ήταν κυριολεκτικά για τα σκουπίδια. Η λογοτεχνία όμως μπόρεσε να με καθυποτάξει και επειδή ευτύχησα να ­έχω μερικούς καλούς καθηγητές και φίλους – αφέθηκα ασφαλώς κι εγώ στο μαγικό της άστρο από ιδιοσυγκρασία. Αυτοί συγκροτούν μιαν άλλη, αθέατη κρητική μου ρίζα, μιαν άλλη μου οικογένεια.


Έχω δηλαδή τη γνώμη ότι πολλές φορές, κοντά στην οικογένεια που σχηματικά θα την αποκαλούσα «του αίματος», συμπορεύεται μια άλλη οικογένεια, που εξίσου σχηματικά θα την έλεγα «του πνεύματος». Αυτές οι δυο διαμόρφωναν μέσα από λεπτές ισορροπίες ή και ανατροπές, τότε τουλάχιστον, τα θεμέλια της νεανικής ταυτότητας, πάνω στα οποία θα στεριώνονταν οι απαραίτητες καινούργιες εμπειρίες, το άνοιγμα στη ζωή. Δεν τρέφω ψευδαισθήσεις για την Κρήτη, ξέρω ότι ακόμη και σήμερα η οικογένεια «του αίματος», όσο και αν φαίνεται δημοκρατική προς τα έξω, μπορεί καμιά φορά να παραμερίσει κάθε μόρφωση, κάθε σύγχρονο προβληματισμό, κάθε αίσθημα δημοκρατίας ανάμεσα στα μέλη της, για να τα συσπειρώσει και να τα οδηγήσει σε πραγματικές ή συμβολικές βεντέτες, σε βάρ­βαρη ρητορική, σε απειλές και άλλες συμπεριφορές, που το μοναδικό καλό τους είναι ότι σπανίζουν πια στον 21ο αιώνα. Η οικογένεια «του πνεύματος», εάν όντως έχει παίξει κάποιον παιδευτικό ρόλο δίπλα σ’ αυτήν του «αίματος», θα μπορούσε να αντισταθμίσει τα πράγματα, διαχωρίζοντας το άτομο από την τυφλή ομάδα. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν δίνω βάρος στο τυπικό μέρος μιας εκπαίδευσης, αλλά στο βαθμό που αυτή έχει καλλιεργήσει μια στάση, έχει καθορίσει το «εγώ» του καθενός μας. Για να προσπαθήσω να το εξηγήσω, επιστρέφοντας στα δικά μου: έχω την αίσθηση ότι τη δική μου τη ζωή την έχουν καθορίσει αμετάκλητα, ήδη από την εφηβεία και την πρώτη νεότητα, και παρά τις επιρροές που δέχτηκα από αλλού αργότερα, κάποιοι Κρήτες, Ηρακλειώτες στην πλειοψηφία ή κάτοικοι της πόλης, με τους οποίους καλλιέργησα μια μακρόχρονη σχέση, μερικοί τους άλλωστε υπήρξαν και δάσκαλοί μου· άλλοι τους είναι ζωντανοί, άλλοι τους όχι.

Θα αναφερθώ στους τελευταίους. Πολλές φορές μού φαίνεται ότι τίποτε δεν σταμάτησε με τον βιολογικό τους θάνατο, μα συνεχίζουν να με συνοδεύουν ενθαρρύνοντάς με σε δύσκολες ώρες. Έχω την αίσθηση ότι χάρη σ’ αυτή την κρητική πνευματική μου οικογένεια μπόρεσα να ξεφύγω νωρίς από τα εθιμικά, από τα τετριμμένα, και να υπάρξω σαν αυτόνομο άτομο, σαν ανεξάρτητη γυναίκα, ακόμη και σαν συγγραφέας. Αν δεν υπήρχε αυτή η οικογένεια του «πνεύματος», δεν θα είχα το θάρρος να διαπράξω την αρχετυπική μου ρήξη με την οικογένεια «του αίματος». 

Θα μιλήσω, λοιπόν, εδώ μόνο για τους «ζωντανούς-πεθαμένους» Ηρακλειώτες της ζωής μου, τιμώντας τους γι’ άλλη μια φορά: για τον Νίκο Γιανναδάκη πρώτα απ’ όλους, τον Μενέλαο Παρλαμά, τον Θωμά Φανουράκη, τον Δημήτρη Πλάκα· ενδεχομένως θα είχε μια μικρότερη θέση κοντά τους και ο Ευριπίδης Τζωρτζακάκης. Αυτοί υπήρξαν οι πνευματικοί μου γεννήτορες, η αφανής παράλληλη οικογένεια που με «γέννησε» κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της πρώτης νιότης, οι αφανείς μα ίσως πιο ουσιαστικές κρητικές μου ρίζες. Τρεις υπήρξαν δάσκαλοι και, λίγο ή πολύ, φίλοι: ο Παρ­λαμάς, ο Πλάκας και ο Τζωρτζακάκης· ο ζωγράφος Φανουράκης, αυτός ο εξόριστος μέσα στην ίδια την πόλη του ζωγράφος, υπήρξε στενός συνομιλητής και φίλος. Όσο για τον Νίκο Γιανναδάκη, πάντοτε, εδώ ή αλλού, δεν μου αρκούν οι λέξεις.*

Με τον τρόπο του ο καθένας, με μάθανε στην εφηβεία και στην πρώτη νεότητα όχι μόνο γράμματα, όχι μόνο να σκέπτομαι και να γράφω, μα πάνω απ’ όλα ότι αξίζει να ζει κανείς έχοντας μιαν ανεξάρτητη στάση, σχηματίζοντας μια πρόταση ζωής δική του, ατομική, με θάρρος όμως, με γνώσεις και προπαντός με ελευθερία λόγου – όσο κι αν ο πολύς κόσμος τα συκοφαντεί αυτά, ή τα κολάζει ακόμη. Μου μάθανε ότι κάποτε θα έπρεπε να ξεπεράσω ακόμη και τη δική τους επιρροή, ακόμη και τα όρια της Κρήτης. Είναι γνωστό στη μητέρα-πόλη μου ότι τούτοι οι άξιοι άνθρωποι είχαν πληρώσει πολύ ακριβά τις συνέπειες του θάρρους τους, για άλλους λόγους και με άλλο τρόπο ο καθένας· κι ας λησμονιούνται οι δυσκολίες της ζωής τους από τότε που έφυγαν.

Ας πω ακόμη ότι, καθώς συνεχίζουν να με αφορούν οι παραπάνω, κυριολεκτικά όσο και συμβολικά, έχουν, άλλος λίγο, άλλος πολύ, περάσει στο λογοτεχνικό μου έργο. Γιατί δεν είναι μόνο η οικογένεια «του αίματος» εκείνη που στοιχειώνει στα γραπτά (και στη ζωή) καθενός συγγραφέα, αλλά και η αφανής παράλληλη οικογένειά του, οι πνευματικοί του συγγενείς.

Ξαναπιάνω τον μίτο από διαφορετικό σημείο: Μόλις τέλειωσα τον «Κοραή», το 1965, ήρθα στην Αθήνα για σπουδές μετά τις εισαγωγικές εξετάσεις. Από τότε δεν ξαναγύρισα μόνιμα στο Ηράκλειο, αλλά δεν έχω πάψει να παρακολουθώ από κοντά την πόλη και τους ανθρώπους της. (Σημειώνω μόνον ότι, εκτός από τις πυκνές επισκέψεις μου και τους φίλους που μένουν εκεί, επί δεκαετίες λαμβάνω την ημερήσια τοπική εφημερίδα Μεσόγειο.) Άλλωστε στη ζωή μου ανέτειλε αναπάντεχα μια άλλη πόλη/πατρίδα, η Πάτρα, κι εξίσου καινούργιες σχέσεις ζωής, ώστε να μοιράζεται πλέον η ζωή μου σε τρεις πόλεις, την Αθήνα, την Πάτρα, το Ηράκλειο. Έτσι, μέσα απ’ αυτό το σχήμα που λέμε «εσωτερική μετανάστευση», μπορώ ίσως πιο νηφάλια να σκεφτώ τι σημαίνει πατρίδα, κυρίως τι σημαίνει πατρίδες.

Τα χρόνια πέρασαν. Κι όμως καμιά φορά έχω την αίσθηση ότι ταξιδεύω ακόμη με το πλοίο «Ηράκλειον», που, προτού βυθιστεί, φιλοξένησε την αγρυπνία μου στο περιπόθητο εκείνο πρώτο μου ταξίδι προς την Αθήνα, φοιτήτρια πλέον, αφού μόλις είχα επιτύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις που έγιναν στο Ηράκλειο. Ένα ταξίδι προς την άγνωστή μου τότε Ελλάδα, κυριολεκτικά προς την υπεσχημένη ελευθερία, που σηματοδότησε όμως την ίδια ώρα και το τέλος της πρώτης κρητικής μου περιόδου. Ίσως ήταν η ηλικία που μου ζητούσε τον απογαλακτισμό και το άνοιγμα σε και­νούργιες εμπειρίες, με αντάλλαγμα μια πολύ δύσκολα κερδισμένη ωριμότητα. Ίσως ήταν και οι χαλεπές συνθήκες της ζωής, αφού σύντομα επιβλήθηκε δικτατορία, κι εμείς όλοι κυνηγηθήκαμε λιγότερο ή περισσότερο ως αριστεροί. Δεν κάνω σχήμα λόγου: η ζωή άγγιξε τον θάνατο. Η Κρήτη σαν να ξέσυρε εκείνα τα χρόνια προς τη μεριά του Λιβυκού, σαν να απομακρύνθηκε, αδιάφορη για όλους εμάς που υποφέραμε τα πάνδεινα μένοντας στην σκληρή Αθήνα. Και αποκοιμήθηκε, μπορώ να πω, εντός μου η νήσος – πόσο περήφανοι, όμως, νιώσαμε μαθαίνοντας ότι το Ηράκλειο ήταν η μόνη πόλη που για δυο συνεχείς νύχτες προέβαλε αντίσταση στη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Και ότι στις διαδηλώσεις συμμετείχε ο αριστερός φίλος, καθοδηγητής και μέντο­ράς μας, ο Δήμος Μαυρομμάτης (απ’ αυτόν πληροφορηθήκαμε τα παραπάνω γεγονότα, όταν γύρισε από την εξορία), μαζί με άλλους Κρήτες, στελέχη της νεολαίας του Κέντρου. Ακόμη κι ο πατέρας μου είχε κατεβεί στις παρυφές των διαδηλώσεων, μολονότι ηλικιωμένος.
Είκοσι χρόνια αργότερα η Κρήτη αναστήθηκε, τρυφερή και τρομερή σαν κάθε πατρίδα που κάποιος την έχει απαρνηθεί, και ξάφνου εγείρεται εντός του διεκδικώντας την ­επιστροφή του ξενιτεμένου τέκνου της· μια μεταφυσική σχεδόν επιστροφή. Ξεκίνησα λοιπόν κι εγώ το μακρύ ταξίδι του δικού μου νόστου, ενός ατελεύτητου προς το παρόν νόστου, γράφοντας και ξαναγράφοντας για τον γενέθλιο τόπο. Έτσι άρχισε η δεύτερη κρητική περίοδος της ζωής μου, μια νοερή και αλλότροπη επιστροφή μέσω της λογοτεχνίας: Η ιστορία της Όλγας, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων, Αμίλητα, βαθιά νερά.* Και τα πάντα στο ατελεύτητο προς το παρόν ταξίδι –άνθρωποι, τόποι, σχέ­σεις, ιστορίες, δοξασίες, γεγονότα, η ίδια η Ιστορία– δεν είναι αυτά που κάποτε νόμιζα ότι ήξερα, εάν τα ήξερα καν, αλλά ένα παλίμψηστο μισοκρυμμένων μηνυμάτων και σημασιών, ένα πεδίο όπου αρχέτυπα και πρόσωπα συμπλέκονται, και θα συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Γιατί η τέχνη ποτέ δεν αναπαριστά πιστά μια πραγματικότητα, τις πολλές μάλλον εκδοχές για εκείνο που με τόση έπαρση, ή με τόση κάποτε ανασφάλεια, ορίζουμε ως πραγματικό. Ένας από τους βασικούς σκοπούς αυτής της παλαιάς τέχνης, της λογοτεχνίας είναι να αίρει το κάθε τι που αγγίζει (δηλαδή όλους εμάς, τις σκέψεις, τα αισθήματα, με το παρόν και με το παρελθόν μας) με το μαγικό ραβδί της σε μια σφαίρα δια­φορετική: την σφαίρα της διαχρονικής διάρκειας, των συμβόλων, κι ενός τεχνουργημένου γλωσσικού σύμπαντος.

Θαλασσινό, αργό κι ηδονικό· ας μείνει έτσι το ταξίδι του λογοτεχνικού μου νόστου. Έστω κι αν είναι πια γνωστό σε όλους ότι δεν υπάρχει Ιθάκη.
Ρέα Γαλανάκη

Επιμέλεια Κειμένου: Άννα Γαλανού http://annagalanou.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου