Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Άννα Γαλανού – Μια διαφορετική συνέντευξη

http://mousikikevivlia.blogspot.gr/2014/04/blog-post_15.html?spref=fb

Με αφορμή την τελευταία συγγραφική δουλειά της Άννας
Γαλανού με τίτλο «Τότε που τραγουδούσαν οι θεοί»αποφασίσαμε να της θέσουμε κάποια ερωτήματα, από αυτά που, συνήθως, απουσιάζουν από τις περισσότερες συνεντεύξεις. Το βιβλίο, εκτός των άλλων, έχει συγκεκριμένες αναφορές στον ρατσισμό και τις κοινωνικές προκαταλήψεις.  
 
Η Άννα Γαλανού, χειμαρρώδης, όπως πάντα, μιλάει για όλα. 

Ας μιλήσουμε για την επαφή σου με τα Εξάρχεια, την, τότε, ανθρωπογεωγραφία της περιοχής και κάποιους ιδιαίτερους ανθρώπους που γνώρισες σε αυτή την περιοχή της Αθήνας.


Δεκαετία ‘80 έμενα στην οδό Ζωοδόχου Πηγής, λίγο παρακάτω από την Καλλιδρομίου. Το σπίτι ήταν ένα παλιό διώροφο με σκάλα ξύλινη που έτριζε σε κάθε βήμα. Στο σπίτι έμεναν μόνο φοιτητές, δυο δυο. Σύνολο ήμασταν έξι: Τέσσερεις επάνω και δυο κάτω. Το κάτω ήταν ημιυπόγειο. Το χειμώνα πλημμύριζε, κι από θέρμανση, ούτε κουβέντα. Η ΕΒΓΑ που σύχναζα για τα ελάχιστα ψώνια μου ήταν στην οδό Ιπποκράτους… και σιγά τα ψώνια δηλαδή. Γάλα και μερικά παξιμάδια. Καμιά φορά αν περίσσευε κανένα τάληρο ένα σαλάμι αναπλήρωνε το κρέας που δεν έτρωγα. Λίγα τα χρήματα, κι ας δούλευα από το πρωί ως το βράδυ. Κάποια εποχή έκανα τρεις δουλειές.

Κατέβαινα στη πλατεία σχεδόν καθημερινά, όλη η παρέα ήταν εκεί. Η Νάνσυ, ο Σίμος, ο Θωμάς, ο Στέλιος, η Αριάδνη, η Κάκια και η Πέπη. Εκτός από τον Σίμο που δούλευε οικοδομή, όλοι οι άλλοι υποτίθεται ήμασταν φοιτητές. Λέω υποτίθεται γιατί όλοι σπάνια πατούσαμε στις Σχολές μας, αφού οι περισσότεροι δουλεύαμε. Αγοράζαμε χύμα τσιγάρα, 22 σπέσιαλ και καπνίζαμε αρειμανίως, πολλές φορές ως το πρωί. Κάποιες άλλες περπατούσαμε μέχρι το πάρκο της Ναυαρίνου, όπου έφερνε ο Στέλιος τη κιθάρα και πιάναμε τα μελαγχολικά ή τα χαρντ ροκ μας, ανάλογα με τη διάθεση της βραδιάς. Άλλες φορές αποφασίζαμε νυχτερινό μπάνιο και την κόβαμε με τα πόδια ως τα λιμανάκια της Βάρκιζας, όπου φθάναμε χαράματα κι είμαστε πρώτοι εμείς και ο ήλιος που βουτάγαμε στο νερό. Αυτό γινόταν τα Σάββατα κυρίως, αφού η Κυριακή ήταν η μόνη μέρα που δεν δουλεύαμε. Επιστρέφαμε με τον ίδιο τρόπο και πολλές φορές δεν προλαβαίναμε να βγάλουμε ούτε τα αλάτια από πάνω μας. Κατευθείαν στη δουλειά. Όμως τις φορές που αποφασίζαμε να μείνουμε στο ‘’καμίνι’’ έτσι λέγαμε την Αθήνα κάναμε ηλιοθεραπεία στη ταράτσα του διώροφου, μέχρι που μας έκαιγε το τσιμέντο.

Γνώρισα τη Κατερίνα Γώγου στον ‘’Πειναλέων’’ στη Μαυρομιχάλη. Ήταν στο διπλανό τραπέζι, κι ενώ την είχα δει πολλές φορές δεν ήξερα ποια ήταν. Μας σύστησε ο Μανώλης, ένας φίλος από τη Κρήτη που δούλευε τότε γκαρσόνι εκεί. Εγώ τότε δούλευα λάντζα κάποιες φορές τη βδομάδα στη ‘’Ροζαλία’’ και η Κατερίνα ερχόταν συχνά και εκεί.

Θυμάμαι έντονα εκείνο το μεσημέρι που κάτσαμε στο ίδιο τραπέζι και αρχίσαμε να μιλάμε. Από τη μουσική ξεκινήσαμε, περάσαμε χούντες και λογοκρισίες, σκληρές και απάνθρωπες συμπεριφορές της καθημερινότητας και καταλήξαμε στη ποίηση. Να πω ότι συμφώνησα μαζί της, όχι, διαφωνούσα σε πολλά. Μου άρεσε όμως ο τρόπος της σκέψης της, τα επιχειρήματά της ήταν ακλόνητα, κάποια πράγματα ήταν δεδομένα γιαυτήν, αδιαπραγμάτευτα.«Είσαι μαγκάκι, αν και μικρή», μου είπε μια μέρα και μου έγραψε στο τσακ μπαμ ένα ιδιόχειρο ποίημα που το φυλάω ως κόρη οφθαλμού. Την έβλεπα συχνά, όμως ποτέ πια δεν ξαναμιλήσαμε όπως εκείνη τη μέρα που  μας πήρε το χάραμα.

Ο Νικόλας Άσιμος, ήταν σε κακά χάλια τις περισσότερες φορές. Δεν θέλω να μιλήσω πολύ γιαυτόν. Δεν τον ήξερα προσωπικά. Τον έβλεπα όμως σχεδόν κάθε μέρα. Μια φορά μου ζήτησε τσιγάρο κι όταν του έδωσα είπε ένα πολύ ευγενικό ‘’ευχαριστώ κοπελιά κοκκινομάλλα’’.
Είχα δει πολλές φορές το Σιδηρόπουλο όμως δεν τον ήξερα επίσης προσωπικά. Έκαναν και κάποια γυρίσματα κάποια φορά στη πλατεία και μας πήραν όλους για κομπάρσους. Η φίλη μου η Κάκια του είχε λατρεία και τον έβαλε και της υπόγραψε πάνω στη κιθάρα της. Φαρμακοποιός η Κάκια, χαθήκαμε τελείως.
Τότε όλοι πέρναγαν από τα Εξάρχεια. Δεν ήταν της μόδας, ήταν έκφραση. Στο ‘’Αχ Μαρία’’ παραγγέλναμε μόνο κόκα κόλα γιατί δεν είχαμε λεφτά για τίποτε άλλο και πολλές φορές μας την κερνούσαν κιόλας. Η Ισιδώρα Σιδέρη έδινε τη ψυχή της στο πάλκο… αξεπέραστη φωνή.


Γνώρισα τη Λιλή Ζωγράφου τυχαία στο Ηράκλειο Κρήτης. Διαφωνήσαμε έντονα για το βιβλίο που είχε γράψει για τον Καζαντζάκη.. Την έβλεπα πολύ συχνά στα Εξάρχεια, δεν ήξερα ότι ήμασταν γείτονες και ντρεπόμουν να της μιλήσω.
‘’Είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι’’ ουρλιάζαμε. Οι περισσότεροι ήμασταν ανένταχτοι. Μιλάγαμε για ελευθερία και νιώθαμε ελεύθεροι, η Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια πριν είχε βγει από το γύψο της επταετίας. Ήμασταν απόλυτα σίγουροι ότι εμείς θα αλλάζαμε τον κόσμο… και τα κάναμε μπάχαλο.
Πάντα τριγυρίζω στα Εξάρχεια. Ποτέ δεν σταμάτησα να γυρνώ και να ξαναγυρνώ εκεί, να επιστρέφω στα σοκάκια όπου έγραψα και τα πρώτα ολοκληρωμένα μου διηγήματα. Ανέκδοτα όλα.

Τι σημαίνει η λέξη συγγραφέας? Είναι ένας άνθρωπος που χειρίζεται επιδέξια το λόγο και τον αποτυπώνει, απλά, σε ένα κομμάτι χαρτί ή σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα?

Πολλοί χειρίζονται επιδέξια την Ελληνική γλώσσα χωρίς φυσικά να είναι συγγραφείς ή μάλλον μπορεί να γράφουν πολλά, από πολιτικούς λόγους μέχρι συνταγές μαγειρικής, όμως δεν είναι συγγραφείς με την έννοια που θα εξηγήσω πιο κάτω.
Συγγραφέας για μένα ίσον λογοτέχνης. Δεν αρκεί μόνο να ξέρεις να γράφεις, πρέπει την ίδια ώρα να ονειρεύεσαι, να ψυχοπονάς, να δακρύζεις και να αποτυπώνεις τη ψυχή σου πάνω στο χαρτί. Να τα δίνεις όλα. Επίσης δεν θεωρώ συγγραφέα όποιον βγάζει τα απωθημένα του είτε σε ποίηση είτε σε πεζό λόγο, ακόμα κι αν οι περιγραφές του είναι γλαφυρές. Την ιστορία της ζωής μας δεν μπορούμε να τη γράψουμε εμείς, είμαστε υποχρεωμένοι  μόνο να τη ζήσουμε.
Ο συγγραφέας είναι ο τεχνίτης που πλάθει το μύθο, τους ήρωες, που δημιουργεί το ταξίδι τους, που τους δίνει ελπίδα και προσμονή, αυτός που χαράζει απελπισίες, που βγάζει από αδιέξοδα και δημιουργεί ένα φανταστικό κόσμο και μέσα στα κείμενά του μπορεί να περιλάβει από το πιο απλό φτερούγισμα μέχρι ένα δυνατό σύνθημα που θα ξεσηκώσει το κόσμο.
Ένας συγγραφέας έχει τον τρόπο και μπορεί να περάσει στους αναγνώστες του τα πιο δύσκολα μηνύματα, τα μη ευρέως αποδεκτά αν θέλετε.
Ο συγγραφέας πληγώνεται πιο πολύ από τα πάθη των ηρώων του, παρά από την ίδια τη ζωή του. Οφείλει να μιλά για το ιδεατό, το ακατόρθωτο, το ιδανικό και να απονέμει δικαιοσύνη. Αρνούμαι ότι ένας συγγραφέας ηθελημένα βάζει διλλήματα στους αναγνώστες του, αρνούμαι ότι τους μιλά σε υποθετικό βαθμό. Αντίθετα οφείλει να παίρνει θέση και να την τεκμηριώνει σε ό,τι κι αν γράφει.
Ο αναγνώστης στη συνέχεια κρίνει, συγκρίνει, επικρίνει και αποδέχεται ή απορρίπτει.

Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η σιωπή λεγόμενων, πνευματικών ανθρώπων της εποχής κάνει εκκωφαντικό κρότο. Συμφωνείς με αυτούς που πιστεύουν ότι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών θα έπρεπε να παρεμβαίνουν πιο ενεργά στα κοινωνικά δρώμενα και να παίρνουν άμεσα και αποτελεσματικά θέση σε όσα συμβαίνουν?

Σαφώς και συμφωνώ. Πού είναι αναρωτιέμαι κι εγώ; Πέρα από αποσπασματικές και λιγοστές δηλώσεις δεν υπάρχει τίποτα το ουσιαστικό. Αρκετοί κουράστηκαν, απογοητεύτηκαν, περιθωριοποιήθηκαν από το σύστημα κι άλλοι ψάχνουν τρόπο για να εκφράσουν την αγανάκτηση τους ή ένα φορέα που επιτέλους να μην είναι καπελωμένος. Ανήκω στη τελευταία κατηγορία. Θέλω να μιλήσω, να εκφραστώ, να μην γίνομαι γραφική επαναστάτρια του πληκτρολογίου… Δεν βρήκα ακόμα τον τρόπο. Όλα είναι πολύ περιχαρακωμένα, δυστυχώς. Σου επιτρέπεται ως ένα σημείο. Από κει και πέρα οι δυνατότητες σου είναι πολύ περιορισμένες.

Οι λεγόμενοι καταραμένοι συγγραφείς ανήκουν στο πεδίο των αναγνωσμάτων σου? Αν ναι, υπάρχει κάτι που να τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους?

Μπουκόφσκι ας πούμε; Μπορίς Βιαν; Νίτσε, Καζαντζάκης, Λαπαθιώτης, Μακρής Λασκαράτος, Ροΐδης; Είναι και πολλοί άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα.
Τους έχω διαβάσει όλους. Το καλό με μένα είναι ότι απεχθανόμουν πάντα τους αφορισμούς και τις κριτικές. Από την ιδιοσυγκρασία μου είμαι άτομο που δεν συμβιβάζεται στα ‘’πρέπει’’. Αυτό με βοήθησε πολύ ώστε να έχω ανοιχτό το μυαλό  μου και να βλέπω πέρα από τις εκάστοτε σκοπιμότητες. Όταν μου έλεγε κάποιος μη κάνεις αυτό, ή αυτό είναι βλακεία, πάντα ήθελα να το διαπιστώσω μόνη μου. Έσπασα πολλές φορές τα μούτρα μου, αλλά πιστεύω ότι ωφελήθηκα πολλαπλώς.
Όσον αφορά στη ερώτηση σας δεν νομίζω ότι τους ξεχωρίζει κάτι παραπάνω από το ότι ένοιωσαν ελεύθεροι να πουν τα πράγματα, να γράψουν και να εκφραστούν ελεύθερα. Το ίδιο
έκαναν και μεταγενέστεροι όπως ο Πετρόπουλος ή παλιότερα ο Σουρής αλλά και ξένοι συγγραφείς όπως ο Νταλί και ποιητές όπως ο Ρεμπώ και πολλοί άλλοι.
Κατά μία έννοια καταραμένος είναι αυτός που δεν αναγνωρίστηκε η δουλειά και το έργο του, εν ζωή. Αρνούμαι αυτή τη κατηγοριοποίηση. Καταραμένος είναι αυτός που χωρίς φόβο κατέγραψε μη αποδεκτές αλήθειες, είτε αφορούσαν πολιτική και εξουσία, είτε θρησκεία, είτε επανάσταση.
Επανέρχομαι συχνά διαβάζοντας κάποιους απ’ αυτούς. Πάντα έχουν να δώσουν το κάτι παραπάνω. Το διαπιστώνω κάθε φορά.

Μπορεί ένας άνθρωπος να βρίσκεται κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να γράφει για πράγματα που δεν έχει βιώσει? Να αφορίζει την πείνα και την εξαθλίωση και ο ίδιος να ζει στη χλιδή?

Πρόσφατα είπα σε ένα κορίτσι 23 χρονών που μου έδωσε να διαβάσω ένα γραπτό της για να πω τη γνώμη μου, ότι για να περιγράψεις τη φτώχεια πρέπει να την έχεις ζήσει, τη φυλακή το ίδιο, την απαξίωση, την απόρριψη, το θάνατο. Το πιστεύω απόλυτα αυτό.  Δεν έχει σημασία αν στη πορεία της ζωής σου αποκτήσεις τα χίλια καλά. Οι μνήμες που σε ακολουθούν πρέπει να είναι έντονες, να συμπληρώνουν κενά, να έχεις τσαλακωθεί πολύ για να μπορέσεις να περιγράψεις δεινά που συνήθως συμβαίνουν στους ήρωες των βιβλίων σου.
Οι άνθρωποι της χλιδής απολαμβάνουν την ύλη, είναι πολύ δύσκολο να βιώσουν την απανθρωπιά και την απόρριψη. Ίσως να ξέρουν μόνο από κείμενα τον καθημερινό αγώνα που κάνουν πολλοί για να ταΐσουν την οικογένεια τους, για να σταθούν στα πόδια τους όταν τους ρίχνουν τη μια καλαμιά κατόπιν της άλλης.
Είπα πρόσφατα σε μια συνέντευξη ότι τα βιβλία δεν γράφονται στο σαλόνι του σπιτιού μας… και το προχωρώ… ούτε κι όταν είμαστε κλειδαμπαρωμένοι στο γραφείο μας. Η γνώση προϋποθέτει εμπειρίες και η γνώση δεν είναι στατική, ρέει… Η γνώση που μετουσιώνεται σε κείμενο υπάρχει έξω στους δρόμους και στις γειτονιές. Όσες ακόμα έχουν απομείνει.

Αγαπημένοι έλληνες συγγραφείς?
Πιστεύεις ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να γράψει ένα βιβλίο? Είδαμε πρόσφατα σωρεία αντιδράσεων για την έκδοση βιβλίου από μέλος της 17 Νοέμβρη. Μάλιστα κεντρικό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας, αρνήθηκε να το τοποθετήσει στις προθήκες του

Καζαντζάκης, Λουντέμης, Τσίρκας, Ιωάννου, Ζωγράφου, Σαμαράκης, Καραγάτσης.
Πιστεύω ότι ένα βιβλίο κρίνεται εφόσον πρώτα διαβαστεί. Θεωρώ ότι τέτοιου είδους απαγορεύσεις προκαλούν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Τζάμπα διαφήμιση δηλαδή. Αυτή είναι η άποψη μου και δεν συμφωνώ με τέτοιου είδους περιορισμούς.

Η Ελλάδα του σήμερα. Των ανθρώπων που πέφτουν από τα μπαλκόνια, που οδηγούνται στην κατάθλιψη, που αδυνατούν να καλύψουν βασικές τους ανάγκες. Πως και γιατί οδηγηθήκαμε εδώ?

Ένα σχέδιο άρχισε να εφαρμόζεται εδώ και τριάντα περίπου χρόνια πριν. Το σάπισμα του μυαλού ξεκίνησε μεθοδικά, σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε και ξαφνικά έγινε τρόπος ζωής. Το life style, που τότε μάθαμε να ψελλίζουμε για πρώτη φορά τόσο καλά όλοι μας. Γιατί να νοιαστούμε για κάτι πιο βαθύ, γιατί να προβληματιστούμε όταν η πραγματικότητα του περίγυρου, μας προκαλούσε με τη χλιδή και τον ‘’αγώνα’’ να φθάσεις και να ξεπεράσεις το γείτονα;
"Το μυαλό είναι ο στόχος", γράφει  η Κατερίνα Γώγου. Και πράγματι εκείνο που κτυπήθηκε πρώτο απ’ όλα ήταν η γνώση. Αυτό ήταν και το βασικότερο όπλο για τη χειραγώγηση μαςΗ ουσία εκεί κρυβόταν. 
Κέρδισαν λοιπόν τον πρώτο γύρο κάνοντας μας να μην σκεφτόμαστε, να μην νοιαζόμαστε και ακολούθησε ο δεύτερος, αυτός του καταναλωτισμού που τον κέρδισαν κι αυτόν. Ο τρίτος ήταν ακόμα πιο εύκολος γιαυτούς. Όταν ζορίστηκαν λίγο τα πράγματα, μας έχωσαν σε δάνεια για να μην χάσουμε τίποτα από τη δήθεν ‘’ποιότητα’’ που μας είχαν μάθει να ζούμε,.  Δάνεια που φαίνονταν τόσο ανώδυνα, τόσο εύκολα στις χαμογελαστές διαφημίσεις που τα προμόταραν. Κι εμείς, φυσικά, γιατί όχι, τα πήραμε όλα. Ακόμα και για να πάρουμε καινούρια τηλεόραση, για να έχει ο φοιτητής μας τον καλύτερο εξοπλισμό, την πιο ‘’in’’ καρέκλα γραφείου και ο μπαμπάς τα ακριβά πούρα Αβάνας και να κάνει τη φιγούρα του στο Κυριακάτικο τραπέζι με τους φίλους του. Θα μπορούσα να συνεχίσω επί πολύ… Σκεφτείτε μόνο αυτό. Το ΔΝΤ βρήκε απλά διάπλατα ανοιχτή τη πόρτα της χώρας. Το δυστύχημα είναι ότι την πληρώνουν πάντα οι πιο φτωχοί και οι πιο αδικημένοι. Εκεί είναι το γαμώτο της ιστορίας.
Εδώ ‘ναι η στάχτη ενός λαού, που ήταν αιώνια φλόγα.
Κώστας Βάρναλης


Πριν από λίγες μέρες κάποιοι σωφρονιστικοί υπάλληλοι αποφάσισαν ότι δικαιούνται να επιβάλλουν την ποινή του θανάτου σε έναν βαρυποινίτη, ο οποίος είχε αφαιρέσει τη ζωή ενός συναδέλφου τους. Σε σόκαρε το γεγονός?

Πιστεύω ότι η συνέχεια που θα δούμε θα είναι ακόμα πιο σκληρή. Το μάχαιρα έδωσες και μάχαιρα θα λάβεις θα είναι το επόμενο ζητούμενο. Από πόσους κι από ποιους άραγε; Με σόκαρε όλο το γεγονός. Ο κάθε δεσμοφύλακας, είναι εργαζόμενος. Ίσως αυτή η δουλειά να μην ήταν ούτε καν επιλογή του, θα μπορούσε να είναι το δικό μου ή το δικό σας παιδί στη θέση του. Αυτό πρέπει να σκεφτούμε κατ’ αρχήν. Η συνέχεια ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη. Όμως το άκρον άωτο επίσης ήταν ότι ο βαρυποινίτης θάφτηκε σαν ήρωας, σκεπασμένος με τη σημαία της πατρίδας του. Γιαυτό είπα προηγουμένως χάθηκε το μέτρο. Δεν με σόκαρε απλά το γεγονός, κυριολεκτικά με τρόμαξε.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στην Ελλάδα και όχι μόνο μια άνοδος ακροδεξιών απόψεων και κινήσεων. Ο ρατσισμός φαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις να παίρνει τα πάνω του.

Ο ρατσισμός δεν είναι φαινόμενο των καιρών, η μάστιγα του δεν σταμάτησε ποτέ ανά τους αιώνες. Κατά διαστήματα όμως συγκεκριμένες καταστάσεις τον φέρνουν ακόμα πιο έντονα στην επιφάνεια και η περίοδος που διανύουμε είναι μία από αυτές. Συνήθως είναι περίοδοι κρίσης και φτώχειας, όπου πάντα ψάχνουμε να βρούμε κάποιο θύμα, στη προκειμένη περίπτωση μας φταίνε οι οικονομικοί μετανάστες, ή οι παράνομοι, που όμως κάποιοι τους έφεραν εδώ αποκομίζοντας πολλά κέρδη! Τα εύκολα θύματα.
Οι Έλληνες είμαστε οι τελευταίοι στη σειρά που μπορούμε να υποστηρίζουμε τέτοιες τάσεις, αφού είμαστε μια χώρα που έχει στείλει εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες στο εξωτερικό, που έχει τόσους χιλιάδες ναυτικούς και σπουδαστές σε ξένα πανεπιστήμια.
Ο ρατσισμός δεν ξορκίζεται με ευχολόγια. Η παιδεία είναι ο βασικός του εχθρός και η ημιμάθεια ο καλύτερος φίλος του. Μοιάζει με τη Λερναία Ύδρα που έχει  πολλά κεφάλια και πρόσωπα. Οι διακρίσεις που αφορούν το χρώμα του δέρματος και τη καταγωγή των ανθρώπων, τη κοινωνική τάξη που ανήκουν, την εργασία που κάνουν, αλλά και πιο καθημερινά θέματα, π.χ. αν είναι κάποιος όμορφος ή άσχημος, αν είναι αδύνατος ή παχύς, αν η φυσική του υγεία είναι καλή, τα άτομα με ειδικές ανάγκες … και πόσα άραγε ακόμα, όλα είναι παρακλάδια του. Αυτός είναι και ο εύκολος τρόπος για να μπούμε σταδιακά στο κλίμα της σύγκρισης και της διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους. Η συνέχεια γίνεται με ακόμα πιο έντονο τρόπο και στο ήδη έτοιμο μυαλό μας ωριμάζει η ιδέα ότι όποιος είναι διαφορετικός από μας είναι εχθρός μας, ή στη καλύτερη περίπτωση τον βάζουμε αυτόματα στο περιθώριο.
Δεν είμαι αισιόδοξη όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού, θέλω όμως να ελπίζω ότι η κατανόηση των αρχών του είναι κάτι που ολοένα και περισσότερο μας απασχολεί. Αυτό είναι μια καλή αρχή. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε τις ακρότητες και μόνο όταν κάποιο από τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας κτυπήσει και τη δική μας πόρτα, τότε ίσως μπορέσουμε να έρθουμε στα λογικά μας.

Μουσική και Βιβλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου