Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Άννα Γαλανού - Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί


Η Άννα Γαλανού μιλάει στον «Πρωινό Χρόνο» για το νέο της βιβλίο  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις  «Διόπτρα» με τίτλο «Τότε που τραγουδούσαν οι θεοί». Μια ιστορία μιας αντισυμβατικής αγάπης  γίνεται αφορμή να μας ταξιδέψει σε μια άλλη εποχή, τότε που η καρδιά ενός νεαρού τσιγγάνου χτυπάει για πρώτη φορά στην απέναντι όχθη.Ένα εκπληκτικό βιβλίο που ξεχωρίζει για την πρωτοτυπία και τη λογοτεχνική του ποιότητα. Μιλάει για τον ρατσισμό και αφήνει να αιωρούνται πολλά κοινωνικά μηνύματα εξαίροντας τις  αξίες που οδηγούν στην απόλυτη ανθρώπινη ευτυχία. Απίστευτα ρομαντικό με ήρωες που αγγίζουν το ιδανικό, γλαφυρές και έντονες εικόνες που φτάνουν στην ψυχή κάθε αναγνώστη. 


Στο κελί 
Αποσπάσματα:


1. Η λάμπα του φθορίου δε μ’ αφήνει να σκεφτώ, δε μ’ αφήνει να ονειρευτώ, μα ούτε και να τραγουδήσω τον αγαπημένο μου σκοπό. Το χειρότερο όμως είναι ότι εμποδίζει τη σκέψη και θολώνει τις θύμησές μου. Ξέρω ότι αν έσβηνε αυτή η λάμπα ίσως κατάφερνα να τραγουδήσω, να σκεφτώ και να κλάψω…
            Σκέφτομαι να τους ζητήσω να μου αλλάξουν κελί και να με πάνε κάπου χωρίς λάμπες φθορίου. Ας μην έχει ούτε ηλεκτρικό, μόνο ένα παράθυρο κι ας μη βλέπει πουθενά, ας είναι μια τρύπα στο τοίχο. Από κει όλο και κάποια ηλιαχτίδα θα ξεκλέψω, ίσως καταφέρω να παγιδέψω και κάποιο κελάηδημα…
Αυτό το άσπρο φως, χωρίς σκιές, μου τρυπά τον εγκέφαλο και με σκοτώνει αργά και βασανιστικά. Ίδιο ακριβώς φως μέρα και νύχτα. Δεν ξέρω πότε ξημερώνει και πότε βραδιάζει και μόνο όταν σβήνει, θολές σκέψεις γεμίζουν το μυαλό μου… Με τρελαίνουν, αλλά ευτυχώς που υπάρχουν, γιατί μόνο αυτές μου έμειναν… Δεν κοιμάμαι πια! Ακόμα κι ο ύπνος μ’ έχει εγκαταλείψει.

Μια τρύπα θα ‘θελα στον τοίχο, για να μπαίνει λιγάκι από το φως της αυγής… Να νοιώθω το ξημέρωμα, το μεσημέρι, το σούρουπο και τη νύχτα… Αναζητώ τις σκιές, τον ουρανό με τ’ άστρα του σεργιάνι, τα χρυσαφένια μεσημέρια και τις κόκκινες ανατολές… 
Θα τα μετρούσα ένα ένα…    

2. Ως τώρα έζησα ελεύθερος σαν άνθρωπος. Μπορούσα να παρακολουθώ τα σύννεφα και να μαντεύω τις καταιγίδες. Ήξερα να διαβάζω  τ’ αστέρια και να ξεχωρίζω τις λύπες και τις χαρές. Αφουγκραζόμουν τις φωνές των ζώων και των πουλιών κι είχα διασχίσει σπιθαμή προς σπιθαμή όλη την Ελλάδα… Ξέρω κάθε βουνό και κάθε κάμπο της, κάθε ρεματιά και κάθε χωριό της, αγάπησα και αγαπήθηκα κάτω απ’ τον ουρανό της, πάνω στο χώμα της… κι ήξερα να διαβάζω την αγάπη κάθε φορά που μετρούσα τους κτύπους της καρδιάς μου…

3. Εδώ και δυο μέρες δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Κρύωσε κι άλλο, το κελί είναι πολύ υγρό και τα κουρέλια που με σκεπάζουν, δεν είναι αρκετά για να με κρατήσουν ζεστό. Από τη μικρή τρύπα, πάνω εκεί στο πέτρινο ντουβάρι, ο ήλιος μπαίνει σπάνια πια, αλλά κι όταν μπει, είναι τόσο αδύναμος, μοιάζει με θολούρα κι οι ακτίνες του είναι άτονες, χωρίς ζεστασιά.
Δεν προσπάθησα να ξανακοιτάξω έξω. Γράφω πολλές ώρες αυτά που θυμάμαι και με πονούν, αλλά και τ’ άλλα, που μ’ έκαναν ευτυχισμένο. Τα πρώτα πάντα έβγαιναν περισσότερα στο μέτρημα.
Ο νους μου γυρίζει συνεχώς στα παλιά και πονάνε πολύ. Σήμερα το μόνο που μπορούσε να μου προσφέρει το παρελθόν ήταν καπνός, ίσως και να έφταιγε η βροχερή μέρα.

4. Πρέπει να έχω πυρετό. Το μέτωπό μου καίει και το υπόλοιπο κορμί μου είναι κρύο σαν σίδερο. Αισθάνομαι αδύναμος, κάθε μέρα και περισσότερο, με κόπο σέρνω τα πόδια μου. Οι μέρες περνούν αργά, με βασανίζουν ολοένα και περισσότερες θύμησες. Μιλώ μόνος μου, για ν’ ακούω τη φωνή μου, αφού σε κανένα δεν μιλώ πια.
Σκέφτομαι, συνέχεια σκέφτομαι! Πολλές οι θύμησες και δύσκολες... Δεν μπορώ να ελέγξω το μυαλό μου, το τρέμουλο του κορμιού μου, τους αλλόκοτους κτύπους της καρδιάς μου και τα δάκρυα μου. Η μόνη μου ανακούφιση είναι ότι ακόμα μπορώ και γεμίζω τα άσπρα χαρτιά. Είναι το μόνο που με ανακουφίζει και με ηρεμεί. Δεν διαγράφω τίποτα, ούτε τσαλακώνω, ούτε σκίζω... Τίποτα δεν είναι λάθος, όλα έχουν κάτι να πουν, κι ας μοιάζει ίσως ασήμαντο, για μένα δεν είναι. Όλα έχουν εικόνες και συναισθήματα, είναι γεμάτα με πίκρες και χαρές, γέλια και δάκρυα, καλοσύνες κι απογοητεύσεις … κι είναι όλα δικά μου.

5. Όλη μου η ζωή κρύβεται μέσα σ’ αυτές τις σελίδες… κι είναι αρκετές πια. Τις κρύβω σε μια τρύπα στο τοίχο, φοβάμαι μη γίνει κάποια ξαφνική ‘’επιθεώρηση’’ και μου τις πάρουν. Προτιμώ  να πεθάνω καλύτερα. Σήμερα προσπάθησα να τα βάλω σε κάποια σειρά. Ήταν αδύνατον, και τ’ άφησα σκόρπια, αφού έτσι κι αλλιώς το ίδιο ανάκατη ήταν κι η ζωή μου! Οι χαρές πήγαιναν πάντα αντάμα με τις πίκρες και τούτα τα πράγματα δεν έχουν χρονολογίες. Καλύτερα λοιπόν έτσι!

            6. Αναρωτιέμαι συχνά, γιατί γράφω ή μάλλον για ποιους γράφω; Η πιο εύκολη απάντηση είναι η αλήθεια. Το κάνω για μένα! Είναι δική μου ανάγκη να γράψω αυτά που νοιώθω, για τα φαντάσματα που με κατατρέχουν, για τα αισθήματα που με ταρακουνούν και για όλα αυτά που έζησα. Μόλις γεμίζει μια σελίδα την κρύβω αμέσως μαζί με τις υπόλοιπες και δεν τη διαβάζω ποτέ δεύτερη φορά. Ξέρετε γιατί; Δεν θέλω να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτα …και μετά πλαγιάζω, ώσπου να ‘ρθουν τα επόμενα όνειρα, οι επόμενες θύμησες, μνήμες και πρόσωπα, να ξύσουν ξανά το μυαλό μου και να τα κάνω πάλι λέξεις. Γιατί αυτή η γραφή μ’ έχει γεμίσει τελικά ευθύνες κι αλήθειες.

7. Το μεγάλο ταξίδι έφθασε στο τέλος του. Είδα τη μέρα να ξετρυπώνει δειλά απ’ τον φεγγίτη κι αυτή θα ήταν η τελευταία της ζωής μου. Μια παράξενη ηρεμία απλώθηκε στο σώμα και στο μυαλό μου.
Καταλαγιάζουν πια οι σκέψεις και νοιώθω το κορμί ανακουφισμένο και ξεκούραστο. Είναι καλά προετοιμασμένο για το μεγάλο ταξίδι, αυτό που φοβόμουν να κάνω, μα τώρα νοιώθω απόλυτα έτοιμος. Είναι ένα τσιγγάνικο ταξίδι κι αυτό είναι το παράξενο, πώς και δεν το είχα σκεφτεί ως τώρα, ένα ταξίδι που δεν ξέρω το προορισμό του, ακριβώς ίδιο με τα δικά μας.
Θέλω να φύγω ήσυχος, ανυπομονώ να συναντήσω και πάλι τη μοναδική αγάπη της ζωής μου. Την Άννα μου! Το πουλί φτερουγίζει δυνατά μέσα στο στήθος μου, είναι έτοιμο να βγει πια έξω και να πάρει μαζί και τη ψυχή μου.
            Αποχαιρετώ τα δάση, τα βουνά, τα ποτάμια και τους τσιγγάνους όλου του κόσμου που ψάχνουν τη μοίρα τους στους ατέλειωτους δρόμους της ζωής.
Αποχαιρετώ τα άλογα και τις κοιλάδες, τους κάμπους και τις νεροσυρμές.
Βλέπω το παππού και τη μάνα μου να μου γνέφουν μ’ ένα κόκκινο μαντήλι στο χέρι κι εσένα, που μου χαμογελάς εκεί στην άκρη τ’ ουρανού με απλωμένα τα χέρια μη τυχόν και με χάσεις πάλι… Όμως δεν πρόκειται αυτή τη φορά, έρχομαι κοντά σου, άφησα να περάσει πολύς καιρός και βιάζομαι να σ’ ανταμώσω…
            Τώρα καλπάζω, τα πουλιά έχουν γεμίσει το κελί της φυλακής και ψάχνουν τρόπους να πετάξουν… κι εγώ που νόμιζα πως μόνο ένα πουλί υπήρχε μέσα μου, όμως όχι, είναι χιλιάδες, πολλές χιλιάδες κι όλα κουβαλούν κάτι από μένα, είμαι εγώ μέσα σε καθένα απ’ αυτά, κρυμμένος κι έτοιμος να τρυπήσω τα σύννεφα και να τρέξω κοντά σου.
Άννα αγαπημένη μου, το ξέρω πως με προσμένεις, βλέπω τη μορφή σου, κρατάς τον ουρανό στους ώμους σου και περιμένεις… Λίγη ακόμα υπομονή, να διαβώ τα σύννεφα, τα χρυσά τούτα σύννεφα που ρίχνουν ροδοπέταλα στο διάβα μου… Που βρίσκομαι άραγε; Ποτέ δεν είδα τέτοια σύννεφα, δεν ήξερα πως υπάρχουν σύννεφα με τέτοιο χρώμα… Να επιτέλους πιάνω τη κορδέλα απ’ τα μαλλιά σου, έγινα κι εγώ αέρας πια, βρίσκομαι παντού, βλέπω τα πάντα.

Άννα Γαλανού
Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί – Μάρτιος 2014-03-23
Εκδόσεις : ΔΙΟΠΤΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου