Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Άννα Γαλανού και Ηράκλειο δεκαετία 1970

............ Θυμάμαι τη πόλη του Ηρακλείου εκείνα τα χρόνια, τις μυρωδιές της, τη φασαρία στην αγορά, τα κορναρίσματα από τα αυτοκίνητα που μας φαίνονταν πολλά κι όμως δεν ήταν. Οι τσαγκάρηδες ήταν χωμένοι σε κάτι πολύ στενά μαγαζάκια μέσα στη ψαραγορά και δούλευαν το δέρμα στο χέρι. Μεγάλες λουρίδες δέρμα, το βούταγαν μέσα σ’ ένα κουβά με νερό και μετά το έπλαθαν στα χέρια τους λες κι ήτανε ζυμάρι. Το πέταγαν κατόπιν στον αέρα κι αυτό έκανε σαν σβούρα τις στροφές του, για να πέσει κατόπιν στα μαυρισμένα από τα βερνίκια χέρια τους. Το δούλευαν και κοίταζαν ταυτόχρονα το κόσμο που περνούσε. ‘’Έκαναν σεΐρι’’ τους περαστικούς και σχολίαζαν τις όμορφες κοπελιές, κοιτάζοντας πάντα τα παπούτσια τους. Αν κάποια απ’ αυτές φορούσε φτηνοπάπουτσα, ‘’με έξω φωνή’’ άρχιζαν τις προσφορές και τα «τζάμπα κερά μου, τζάμπα…» για να τη δελεάσουν και να καταδεχτεί να τους ρίξει έστω μια ματιά. Συνήθως δεν τους έδιναν τη παραμικρή σημασία κι αυτοί, όπως ήταν στη σειρά όλα τα τσαγκαράδικα, ο ένας έπαιρνε τη σκυτάλη από τον άλλο και συνέχιζαν τη καζούρα, μέχρι το κορίτσι να φύγει ολότελα από το στενό. «Μωρέ συ κοπελιά, έτσα όμορφα ποδαράκια, τα χαλείς και φορείς τέθοια παπούτσα. Έλα παιδί μου, να σου πάρω ‘γω μέτρα και δα σου φτιάξω γοβάκια, ωσά τζη σταχτοπούντας κι ακόμα καλύτερα. Ξάνοιξε με μωρέ, αλήθεια σου λέω, ξάνοιξέ με…Επαέ θώρειε, φεύγει. Ηντά ‘πα μωρέ και σε πρόσβαλα, κάτσε μιαολιά… Γιάε να φεύγει…» και όλα αυτά σε ύφος οσιομάρτυρα, σαν έβλεπαν τις ομορφιές και τα νιάτα, να μη τους ρίχνουν δεύτερη ματιά.
     
Όλα τα παπούτσια, που έφτιαχναν, ήταν παραγγελίες, από στιβάνια για τους βρακοφόρους, μέχρι σκαρπίνια και γοβάκια για τις επίσημες Ηρακλειώτικες σάλες και βεγγέρες. Ειδικά για τα Κρητικά στιβάνια, τα ‘’υποδήματα’’, που έφθαναν ως πάνω από το γόνατο, έκαναν τα γαζιά σε κάτι τεράστιες χειροκίνητες μηχανές, που καθώς γύριζαν τη μανιβέλα για να δουλέψει, γέμιζαν με λάδι και γράσο όλο το κόσμο τριγύρω τους. Έπρεπε να στέκεις τουλάχιστον δυο μέτρα για να μη λερωθείς, όταν το μαστοράκι από μέσα δούλευε γαζί στη μηχανή. Την ίδια ώρα που ο μάστορας έπαιρνε τα μέτρα στο πόδι σου, το πλέον πιθανό ήταν το φόρεμα σου να γινόταν χάλια από τα λάδια της γαζομηχανής. Ειδικά αν το δέρμα για τα στιβάνια είχε παραγγελθεί χοντρό και σκληρό, δεν χρειαζόταν να είσαι δίπλα για να δεις τη λαδοβροχή. Όλο το σοκάκι ήταν μαυρισμένο και καθώς περνούσες σε πιτσιλούσε ήθελες δεν ήθελες και άμα έλεγες και τίποτα, γύρναγε ο μάστορας με αφέλεια και σου έλεγε, «έ μη χολοσκάς, με μιαολιά νεράκι και σαπούνι, θα κάνεις τη δουλειά σου…»
Υπό έκδοση...
Κείμενο: Αννα Γαλανού

2 σχόλια:

  1. Σα νάκουσα τσι μυρωδιές και μαζί ξύπνησαν οι αναμνήσεις, Αννιώ μου περιμένουμε με αγωνία <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αννίκα μου κι εγω που το γράφω δακρύζω. Χρόνια γεμάτα νοσταλγία. Να είσαι πάντα καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή