Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

ΡΙΖΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Τα ριζίτικα τραγούδια ξεκίνησαν να τραγουδιούνται στη κυρίως στη Δυτική Κρήτη στα χωριά που βρίσκονταν στους πρόποδες των βουνών, στα Λευκά όρη και στο Ψηλορείτη επί το πλείστον. Ρίζες, σημαίνει πρόποδες. Σήμερα βέβαια τα ακούμε σ' όλο το νησί. 
Κυρίως είναι επικά τραγούδια που τα ''έψελναν'' καθισμένοι άνδρες γύρω από το τραπέζι. Είναι τα γνωστά τραγούδια της τάβλας, μιας και τάβλα στη Κρήτη λέγαμε το τραπέζι. Είχαν διάφορα θέματα αλλά κυρίως υμνούσαν την ανδρεία και αψηφούσαν το θάνατο. Δεν λογάριαζαν κανένα κόστος για τη τιμή και την επανάσταση. Υπάρχουν όμως και άλλα θέματα που τραγούδαγαν οι άντρες εκτός από το πόλεμο. Η αγάπη, η πίστη, η ξενιτειά, και οι συνήθειες του βουνού... Ήταν σοβαρό θέμα η επιβίωση πάνω στα όρη. Τα ριζίτικα τραγούδια δεν χορεύονται. Τα περισσότερα έχουν τον κλασσικό δεκαπεντασύλλαβο και τα συνόδευαν με λαούτο, ούτι και λίρα. Πάντα στο τέλος έμπαινε η λύρα και έδινε κι ένα πιο γρήγορα ρυθμό, κυρίως τον Χανιώτικο συρτό.

Κείμενο δικό μου, μετά από εξιστόρηση του παππού μου Χαράλαμπου Φοινικιανάκη

Λόγια Ανθρώπων
... Ο γέρος κόρη μου, ήξερε πολλές μαντινάδες, μα δεν τον άκουσα ποτέ να τις τραγουδά. Τις απάγγελνε σαν ψάλτης κι ύστερα αναστέναζε βαθιά, λέγοντας πως όλα έχουν χαλάσει στις μέρες μας.

«Οι μαντινάδες οι παλιές, δεν είναι για χορούς και για πανηγύρια», μας έλεγε. »Έχουνε πόνο και καημό, γιατί μιλούνε για το σεβντά τση ψυχής και τη λεβεντιά του θανάτου, που ‘’ετοσονά’’ μοιάζουνε τα δυο ντος. Πώς να τσι τραγουδήξεις κι ετσά στα καλά καθούμενα ν’ αρχίξεις να τσι χορεύγεις κιόλας, μπορείς; Ε, δε μπορείς. Να υπάρχει αιτία πρέπει και μάλιστα σοβαρή… χαρά, καημός ή θάνατος…

… Εμείς παλιά ‘’εκαθούμαστε’’ ώρες πολλές, γύρω απ’ το σοφρά με τη ρακή στη μέση, την αγκινάρα κομμένη στα δυο, τα λουμπούνια, τις ελιές και το παξιμάδι το κρίθινο και πρώτα εψέλναμε τα στιχάκια όλοι μαζί και σαν εθυμούμαστε τα βάσανα κι εμπαϊλντίζαμε στο καημό, ‘’ετοτεσάς’’ μόνο εξεκίναγε να παίζει η βροντόλυρα το σκοπό που συνόδευε το πόνο μας κι ‘’απόης’’ εσηκωνούντανε οι ‘’ντεληκανήδες’’ να ξεθυμάνουνε με το χορό. Μα το Γιαραμπή, εκτυπούσανε τα στιβάνια κι ‘’εθάρρειες’’ πως θ’ άνοιγε η γη στα δυο. ‘’Τοσανά’’ όμορφα κορμιά, λεβέντες μοναχοί, μπαϊλντισμένοι όλοι απ’ το σεβντά και τη ρακή. Ο λυράρης δεν ετραγούδανε ποτέ, δεν ήτανε ‘’ετουτηνιά’’ η δουλειά ντου. Αυτός μόνο ήπαιζε κι ετσά κρατιούντανε η τάξη. Εδά είναι όλα μαζωμένα, χορός, γλέντι, μαντινάδες και ανεκατωμένος ο ερχόμενος… Πάει εχάλασε ο κόσμος».  Κείμενο: Άννα Γαλανού

1 σχόλιο:

  1. Τι να γράψω πρωί πρωί...μου έφτιαξες τη Μέρα..Γεια σου Κρήτη!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή