Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Το πάρτι

Τριάντα χρόνια πριν, κάπου στο κόσμο…


Λαμπερές  άσπρες λιμουζίνες με σοφέρ, σταματούσαν η μια κατόπιν της άλλης μπροστά στη λαμπρή είσοδο του μεγάρου. Όλη η αφρόκρεμα του κόσμου ήταν καλεσμένη σ’ αυτό το πάρτι. Οι πλούσιοι και οι ισχυροί που μ’ ένα τους μόνο νεύμα ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις, πτώχευαν κράτη, άρχιζαν πολέμους, πουλούσαν κι αγόραζαν τη γη, ήταν καλεσμένοι εδώ. Ποτέ δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο ως τώρα και ποτέ δεν είχε δοθεί τόσο μεγάλη δημοσιότητα. Πολλές μέρες πριν τα ΜΜΕ όλου του κόσμου, αναφερόταν στην αποψινή βραδιά.
Όλοι κάτι προσδοκούσαν, όλοι σε κάτι ήλπιζαν… και το βασικότερο όλων έτρεμε το φυλλοκάρδι τους. Άραγε θα επικρατούσαν χαμόγελα μετά το μπαλ μασκέ πάρτι ή θα έτρεχαν κόκκινα δάκρυα στο μεταξωτό άσπρο χαλί.
Το πάρτι είχε όλη τη λάμψη και τη μεγαλοπρέπεια που απαιτείτο. Για να επιτραπεί η είσοδος στους λίγους μα εκλεκτούς καλεσμένους, έπρεπε το ύφασμα των στολών τους να είναι από καθαρό μετάξι, τα κοσμήματα όλα από ατόφιο χρυσάφι με διαμαντόπετρες, τα παπούτσια από βιζόν και οπωσδήποτε το πρόσωπο έπρεπε να καλύπτεται από χειροποίητη μάσκα, που ήταν φτιαγμένη με τα φτερά ενός σπάνιου πουλιού που ζούσε στο δάσος του Αμαζονίου… και φυσικά λευκή λιμουζίνα. Κανένα άλλο χρώμα δεν ήταν επιθυμητό.
Το πρωτόκολλο ‘’ετηρείτο’’ με θρησκευτική ευλάβεια. Υπήρχαν ειδικοί άνθρωποι στην είσοδο που ήλεγχαν τα πάντα. Σε μια ψηλή ‘’δούκισσα’’ του 18ου αιώνα δεν της επιτράπηκε η είσοδος γιατί ο ελεγκτής του δέρματος έκρινε πως το βιζόν δεν ήταν καλής ποιότητας… Έφυγε κλαίγοντας με γοερούς λυγμούς, και μπήκε στην κάτασπρη λιμουζίνα καταντροπιασμένη… όλων τα μάτια είχαν καρφωθεί πάνω της.
Εκείνο που δεν κατάλαβε ο παρατηρητής ήταν γιατί η φωνή της ακούστηκε περίεργη, ούτε ανδρική, ούτε γυναικεία… Κάτι σαν κρώξιμο.
Τελικά οι πόρτες του μεγάρου έκλεισαν και οι καλεσμένοι επιτέλους αναστέναξαν ανακουφισμένοι κάτω από τις μάσκες τους. Είχαν ξεφύγει από τα φλάς των φωτογράφων, τους καμεραμάν και τους μπλαμπλάδες δημοσιογράφους, που έκαναν σαν να περιέγραφαν ποδοσφαιρικό αγώνα.
Μόλις κάθισαν όλοι σ’ ένα τεράστιο μακρόστενο τραπέζι, άναψαν τεράστιοι προβολείς έξω από το μέγαρο και από μεγάφωνα άρχισε να ακούγεται μια επιβλητική συμφωνική μουσική. Αντίθετα μέσα στο  σαλόνι τα φώτα έκλεισαν και επεκράτησε απόλυτη σιωπή. Στην κορυφή του τραπεζιού καθόταν μια μικροκαμωμένη φιγούρα καλυμμένη εξ’ ολοκλήρου μ’ ένα τεράστιο μαύρο μεταξωτό ύφασμα.
Δεξιά κι αριστερά του καθόταν δυο τεράστιοι καλεσμένοι. Ένας αυτοκράτορας κι ένας Γότθος πολεμιστής.
Εκείνο που έκανε εντύπωση στο παρατηρητή ήταν πως οι γυναικείες στολές ήταν ελάχιστες και από την κοψιά και μόνο, συμπέρανε πως και οι προσκεκλημένες κυρίες ήταν λιγοστές.
Το λόγο πήρε η στολή του αυτοκράτορα… Μπλα, μπλα, μπλα… Όλοι άκουγαν σκυθρωποί. Δεν τον χειροκρότησε κανείς.
Μετά μίλησε η στολή της βασίλισσας Βικτωρίας. Κι αυτή μπλα και μπλα και πάλι μπλα… Ούτε κι αυτή χειροκροτήθηκε.
Το λόγο πήρε η στολή ενός Σεΐχη με γαλάζια κελεμπία… Καθόταν δίπλα στη στολή του Ναπολέοντα. Κι αυτός μπλα, μπλα, μπλα κι ο Ναπολέοντας το ίδιο… Κι ύστερα άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί… Η στολή ενός αγριωπού Σαμουράι, μιας βενετσιάνας Κόμισσας, ενός Τσάρου, μιας Ισαβέλλας, ενός Φλαμανδού, μιας θεόρατης Κέλτισσας και η στολή Θεάς Αθηνάς…
Ένα ατέλειωτο μπλα, μπλα, μπλα, ακουγόταν τώρα και κανείς δεν καταλάβαινε κανένα. Οι περισσότεροι είχαν σηκωθεί όρθιοι και κτύπαγαν γροθιές στο τραπέζι, άλλοι κτύπαγαν τους διπλανούς τους κι άλλοι έσκιζαν με μανία το μετάξι που φορούσαν…
Όταν σηκώθηκε όρθια η στολή του Γότθου, θεόρατη, διπλάσια σε μέγεθος απ’ όλες, σταμάτησε απότομα κάθε θόρυβος κι όλοι κάθισαν στις θέσεις τους…
ΜΠΛΑ, ΜΠΛΑ, ΜΠΛΑ… έλεγε κι όλοι άρχισαν να ουρλιάζουν χαρούμενοι ενώ μέσα από τις στολές ξεπρόβαλαν χέρια σιδερένια, σαν κοντάρια που άρχισαν να χειροκροτούν με στριγκό ήχο.
Η μικροκαμωμένη κοντή φιγούρα στη κορφή του τραπεζιού σηκώθηκε όρθια.
‘’Βγάλτε όλοι τις μάσκες σας φώναξε, δείξτε μου τα πρόσωπά σας…’’
Όλοι πέτρωσαν απότομα κι ύστερα ένας ένας, σιγά σιγά έβγαζε τη μάσκα από το πρόσωπό του… Ποιο πρόσωπο! Δεν υπήρχε πρόσωπο.
Ο αυτοκράτορας είχε για πρόσωπο ……….Το Δολάριο
Η βασίλισσα Βικτωρία είχε ……….Την Εγγλέζικη Λίρα
Ο Σεΐχης είχε........... Το Ριάλι
Ο Ναπολέοντας είχε ………… Το Γαλλικό Φράγκο
Ο Σαμουράι είχε …………Το Γιέν
Η Κόμισσα είχε………… Την Ιταλική Λίρα
Ο Τσάρος είχε ……………Το Ρούβλι
Η Ισαβέλλα είχε………… Τη πεσέτα
Ο Φλαμανδός είχε …………Το Ελβετικό φράγκο
Η Κέλτισσα είχε …………Τη Κορώνα
Η Θεά Αθηνά είχε………… Τη Δραχμή
Καμιά στολή δεν είχε πρόσωπο, όλες ήταν νομίσματα, χαρτιά, και κέρματα. Σαν ένα κακόγουστο πάζλ καρφωμένο σ’ ένα πρόσωπο που έχασκε σαν μαύρη τρύπα, στη θέση των ματιών και του στόματος.
Ο μόνος που δεν υπάκουσε στην εντολή του μικροκαμωμένου ανθρώπου στη κορφή του τραπεζιού ήταν ο Γότθος…
«Δεν θ’ αποτελέσεις εξαίρεση εσύ. Βγάλε γρήγορα τη μάσκα σου, γιατί θα σε πετάξω έξω… Άκουσες; Η διαταγή δεν σήκωνε αντιρρήσεις και ο Γότθος συμμορφώθηκε αμέσως.
Μόλις πέταξε τη μάσκα του, ένα τεράστιο ΜΠΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ, ακούστηκε μέσα στο σαλόνι. Ο Γότθος είχε δυο πρόσωπα.
Το ένα ήταν Το Μάρκο και… το άλλο Το Ευρώ……
Η μικροκαμωμένη φιγούρα τους άφησε να ουρλιάξουν όλοι χαρούμενοι για λίγο και να χειροκροτήσουν το Γότθο που φαινόταν ο νικητής του μπαλ μασκέ πάρτι. Ύστερα σηκώθηκε και πέταξε τη μαύρη καλύπτρα από πάνω του. Αμέσως σταμάτησαν τα ουρλιαχτά και τα χειροκροτήματα. Μόλις κατάλαβαν ποιος ήταν, η μαύρη τρύπα που είχαν για στόμα τους άνοιξε τόσο και όλα τα νομίσματα που αποτελούσαν το πρόσωπο τους άρχισαν να πέφτουν εκεί μέσα. Σε λίγο κανείς τους δεν είχε κεφάλι. Η μαύρη τρύπα έγινε ένα με τη φανταχτερή στολή που φορούσαν. Μέσα της εξαφανίστηκαν τα μετάξια, τα διαμαντικά, τα χρυσάφια και τα πανάκριβα δέρματα που αποτελούσαν το  καμουφλάζ τους.
Απόλυτη ησυχία βασίλεψε στην αίθουσα. Ο νικητής του μπαλ μασκέ ήταν η  κοντή μαυροφορεμένη φιγούρα.
 Ο παρατηρητής δεν άντεξε. Τον πλησίασε μετά φόβου, είχε όμως περιέργεια, έπρεπε να ξέρει. Γιατί, ο παρατηρητής ήταν η Ιστορία, κι αυτή έπρεπε να γραφτεί κάποια στιγμή…
«Ποιος είσαι;» Τον ρώτησε, «Ο θεός;»
Ο άλλος τον κοίταξε απαξιωτικά και γέλασε σαρδόνια…
«Δεν κατάλαβες τίποτε έ; Τότε θα το γράψεις όπως σου το πω… Είμαι ‘’Ο Τραπεζίτης’’… Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν έχουν γένος, είναι ουδέτεροι, το δολάριο, το μάρκο, το φράγκο, το ρούβλι, το γιέν, το  ριάλι, … κι οι γυναίκες δεν έχουν ισχύ, πφ, μόνο η εγγλέζικη λίρα ίσως, μα κι αυτή τελικά έκανε ότι της είπα, δεν άντεξε τη πίεση. Όλες οι άλλες η κορώνα, η πεσέτα, η ιταλική λίρα, η δραχμή πως μπορούσαν να μ’ αντιμετωπίσουν; Λέγε πώς;»
«Μα ο Γότθος είχε κι ένα ακόμα καινούριο πρόσωπο, το Ευρώ… Είδες πόσο χειροκροτήθηκε γιαυτό; Το είδες, δεν μπορεί να μην σε ένοιαζε ούτε αυτό;»
«Περαστική αρρώστια  είναι… άντεξε λίγο περισσότερο, μα το έφαγε κι αυτό η τρύπα… Το είδες κι εσύ…»
«Και τώρα τι θα κάνεις; Έμεινες μόνος σου χωρίς νομίσματα, χωρίς στολές, χωρίς κανένα. Ούτε κι εσύ θ’ αντέξεις. Νομίζω πως έκανες το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου…»
Ο τραπεζίτης γέλασε με την καρδιά του.
«Για δες…» σήκωσε τη κάπα που είχε πετάξει καταγής και κάτω απ’ αυτήν είχαν μαζευτεί όλα τα νομίσματα, τα διαμαντικά και το χρυσάφι που είχαν πάνω τους οι στολές...»
Ο Παρατηρητής – Ιστορία έμεινε με το στόμα ανοικτό.
«Πως τα κατάφερες; Αυτό, θέλω να μου το πεις»
«Πριν εξαφανιστούν ένας ένας ήρθε κοντά μου. Ζητούσε επιείκεια. Εγώ μόνο το κεφάλι μου κούνησα κι αυτοί για αντάλλαγμα μου χάρισαν τον πλούτο που κουβαλούσαν. Το είδες αυτό;…»
Ο Παρατηρητής - Ιστορία κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Λες ψέματα, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αν γινόταν θα το έβλεπα…»
«Δεν θα μπορούσες ποτέ να το δεις. Είσαι η Ιστορία και η Ιστορία δεν πρέπει να γράφει ποτέ την αλήθεια»

(Η ιδέα μου ήρθε όταν σκέφτηκα ότι τα νομίσματα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι ουδετέρου γένους. Και μόνο ελάχιστα απ’ αυτά θηλυκού. Ο μόνος αρσενικού γένους, δεν μπορεί να είναι άλλος από ένα Παγκόσμιο Τραπεζίτη)
Κείμενο: Άννα Γαλανού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου