Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

'''Τραγούδια του Ελληνικού λούμπεν-προλεταριάτου των αστικών κέντρων'' έγραψε κάποτε για το ρεμπέτικο τραγούδι ο Ολιβιέ Ρεβώ ντ' Αλλόν, στο βιβλίο του ''Η Καλλιτεχνική Δημιουγία και οι Υποσχέσεις της Ελευθερίας''. Η αλήθεια είναι,οτι συγκεκριμένος και αποδεκτός ορισμός του ρεμπέτικου δεν υπάρχει. Καποιοι τα χαρακτηρίζουν απλά τραγούδια,τραγουδισμένα από απλούς ανθρώπους.Ο πιο γοητευτικός ίσως ορισμός δόθηκε δια στόματος Γιώργου Ροβερτάκη (ρεμπέτης). ''Το ρεμπέτικο γράφτηκε από ρεμπέτες για ρεμπέτες. Ήταν εκείνος που έχει ένα σεκλέτι και το'ριχνε έξω''


Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της λέξης''ρεμπέτικα'' έχει επίσης πολλές εκδοχές. Η πιο διαδεδομένη είναι οτι προέρχεται από την τούρκικη λέξη''ρεμπέτ''που θα πεί ατίθασος,ανυπόταχτος. Υπάρχει ομως και η άποψη που θέλει τη λέξη να προέρχεται από το ελληνικότατο''ρεμπετός'' που ερμηνεύεται''ο αναιτίως περιπλανώμενος. Ο μποέμ δηλαδή,ο αδιάφορος,ο ξεπεσμένος.Όπως και να'χει το μουσικό αυτό είδος σφράγησε την έκφραση του μουσικού φολκλόρ των αστικών κέντρων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα ως το 1950-60.



Η περίοδος της γέννησης και της εξάπλωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού συμπίπτει με τη φάση της ανάπτυξης της βιομηχανικής κοινωνίας στην Ελλάδα που είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση πληθυσμού γύρω από τα αστικά κένρα. Ειδικότερα, τα τραγούδια αυτά των στρωμάτων που ζούσαν στα πέριξ των αστικών κέντρων ήταν η έκφραση της άμυνάς τους απέναντι στον αποκλεισμό τους από τα κυρίαρχα στρώματα εκείνης της εποχής. Μια προσπάθεια για κοινωνική ταυτότητα, για επιβίωση, για συνέχιση της ύπαρξής τους. Χώρος της αρχικής διαμόρφωσης του ρεμπέτικου ήταν οι φυλακή και ο τεκές.Ο ανερχόμενος όμως καπιταλισμός, στο δρόμο για τη βιομηχανοποίηση, καθώς και το κύμα των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής που προστέθηκε στις τάξεις του''περιθωρίου''της ελληνικής κοινωνίας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην εξάπλωσή του και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.




Οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου ανάγονται στη Βυζαντινή Εκκλησιαστική μουσική και στο δημοτικό τραγούδι της Μ.Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Επίσης έχει δεχτεί επιδράσεις από αραβικούς,περσικούς και ινδικούς μουσικούς ρυθμούς. Ένας Έλληνας μουσικολόγος είπε οτι το πιο σωστό πράγμα που θα μπορούσε να λεχθεί για τα ρεμπέτικα είναι οτι ανήκουν στην ανατολική Μεσόγειο.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια δεν βασίζονται σε κλίμακες αλλά σε τροπικούς τύπους.Οι παλιοί μουσικοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη''μακάμ'' για τους τύπους αυτούς,αλλά λίγο αργότερα τους έδωσαν το όνομα δρόμοι.Η λέξη ταξίμ εξελληνίστηκε σε ταξίμι,όρος που δηλώνει τις αυτοσχέδιες εισαγωγές των τραγουδιών,όπου ο μουσικός ερευνά το δρόμο που είναι γραμμένο το τραγούδι. Το τραγούδι αρχίζει,ως γνωστόν,με μια εισαγωγή σόλο μπουζούκι και μετά μπαίνει η φωνή και τα άλλα συνοδευτικά όργανα(μπαγλαμαδάκι, κιθάρα, ακορντεόν, δεύτερο μπουζούκι, τουμπερλέκι κ.τ.λ.). Ο οργανοπαίχτης δεν ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες για το μουσικό αυτοσχεδιασμό παρά μονάχα το δρόμο που ο ίδιος έχει διαλέξει.



Μόνο 30 χρόνια βάσταξε η ακμή του καθεαυτού ρεμπέτικου τραγουδιού,όπου διακρίνουμε 3 εποχές:Στη πρώτη δεκαετία κυριάρχησε το σμυρνέικο στυλ και κανείς από τους τότε γνωστούς συνθέτες. Στη δεύτερη περίοδο τα ούτια έδωσαν τη θέση τους στους μπουζουκομπαγλαμάδες και οι σμυρνιές τραγουδίστριες των καφέ αμάν στους σέρτικους τραγουδιστές των τεκέδων.Τότε ήταν που το ρεμπέτικο αποκάλυψε τον αγνό κόσμο του περιθωρίου.Στη δεύτερη και χρυσή περίοδο του ρεμπέτικου δεσπόζει ο σεβάσμιος Μάρκος Βαμβακάρης και δίπλα του ο Τούντας, ο Μπαγιαντέρας, ο Μπάτης, ο Παγιουμτζής, ο Χατζηχρήστος, ο Περιστέρης, ο Παπαϊωάννου.

Τέλος η τρίτη περίοδος είναι η εποχή που ο Τσιτσάνης μας έδωσε τα καλύτερά του τραγούδια,που ο Μάρκος τραγούδησε Τσιτσάνη και ο Χιώτης 'επαιζε μπουζούκι.Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι ο μάγος εκείνης της εποχής,ο οποίος μετέβαλε το ρεμπέτικο σε λαϊκό.

Οι πρώτες εγγραφές σε δίσκους έγιναν στην Αμερική από Έλληνες μετανάστες. Στην Ελλάδα έγιναν το 1922 σε συνθήκες πρωτόγονες. Μέχρι το 1933 η κακή φήμη που είχε αποκτήσει το μπουζούκι απέτρεπε τις δισκογραφικές εταιρείες να γυρίσουν δίσκο με αυτό το όργανο.Ώσπου το μινόρε του Χαλκιά ανέτρεψε όλες τις προκαταλήψεις. Το ρεμπέτικο δεν θα μπορούσε, φυσικά, να μην περάσει από λογοκρισία κατά την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας. Δεκάδες τραγούδια δεν κυκλοφόρησαν. Ήταν ομως γνωστά στα στέκια των ρεμπετάδων και έτσι κάποιοι''έξυπνοι''συνθέτες τους άλλαξαν στίχο και τα πέρασαν στη δισκογραφία ως δικά τους.Η λογοκρισία,πέρα από τη διάλυση που επέφερε στο γνήσιο ρεμπέτικο, είχε ως αποτέλεσμα από το 1936 και μετά οι στίχοι να μιλάνε πια για την αγάπη,τη ζήλεια,τη ξενητειά.Πέρα απ'αυτό τα οργανικά μέρη των τραγουδιών έγιναν πιο μικρά και περιορίστηκε ο αυτοσχεδιασμός των μουσικών. Το ρεμπέτικο έσβηνε.


Η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου έγραψε για το ρεμπέτικο
Το ρεμπέτικο τραγούδι ενώνει, εκτονώνει, συγκινεί. Πατάει σε δρόμους και κανόνες ρυθμικούς και αρμονικούς που κουβαλούν όλο το καταστάλαγμα ενός ιδιαίτερου και αυθεντικού τρόπου έκφρασης. Πόνος, χαρά, αίσθηση απώλειας, ανάγκη φυγής και διαφυγής, αγώνας της ανθρώπινης ψυχής να αφήσει το στίγμα της σε δύσκολους καιρούς για την ίδια την επιβίωση.

Το Πειραιώτικο Ρεμπέτικο έχει ιδιαίτερο ύφος και ήχο, μιας και παίχτηκε με μπουζούκια και μπαγλαμάδες κατά κύριο λόγο ή και με τη συνοδεία μιας απλής κιθάρας. Όσο για τα λόγια των τραγουδιών, είναι τόσο λιτά, καίρια και ελεύθερα όσο η επιθυμία αυτών που τα έγραφαν να παρηγορηθούν, να διαμαρτυρηθούν, να γιατρευτούν, να γελάσουν και να ξεχάσουν. Τραγούδια που γράφτηκαν με αυθεντικό αίσθημα, πριν καν ανοίξει το εργοστάσιο της Κολούμπια για να τα δισκογραφήσει. Κι όμως για καλή τους και καλή μας τύχη, πρόλαβαν να ηχογραφηθούν και έτσι τα έχουμε στα χέρια μας σήμερα. Τα ψάχνουμε, τα παίζουμε ξανά και κάθε φορά μετράμε τους σύγχρονους εαυτούς μας μαζί τους, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι μας δένει με αυτά και τι μας συγκινεί ακόμα τόσο βαθιά.


Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί μουσικοί με σπουδές σε ωδεία της Ελλάδας και της Ευρώπης παρακολουθούσαν με μελαγχολία τη μεγάλη επιτυχία και τη λαϊκή αποδοχή των εξ Ανατολής κομπανιών. Ήταν το ξεκίνημα των καφέ σαντούρ, των καφέ αμάν ή των ωδικών καφενείων στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε άλλα αστικά κέντρα. Η επιτυχία αυτή φάνηκε να υποχωρεί στις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο της αθηναϊκής επιθεώρησης που εμφανίστηκε το 1907. Στις επιθεωρήσεις αυτές πολλοί μουσικοί ευρωπαϊκής παιδείας συνέθεταν νέες μουσικές ή διασκεύαζαν διεθνείς επιτυχίες, προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της παράστασης. Η μεγάλη αποδοχή των επιθεωρήσεων «φούσκωσε» τα μυαλά πολλών από τους μουσικούς αυτούς, που άρχισαν έναν πόλεμο κατά του «απεχθούς αμανέ» με μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα «Αι Αθήναι» το 1911. Εδώ θα πρέπει να επισημανθούν μερικά βασικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή λειτούργησαν παράλληλα. Ήδη από την εποχή του κωμειδυλλίου –που προηγήθηκε της επιθεώρησης– εξαίρετοι εκπρόσωποί του έγραψαν τραγούδια γύρω από τη ζωή και τα προβλήματα των λαϊκών τάξεων. Ομοίως, σημαντικοί λογοτέχνες συμπεριέλαβαν στα διηγήματά τους παρόμοια θέματα. Ο ίδιος ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, «ορκισμένος εχθρός» των ανατολίτικων μελωδιών, συμπεριέλαβε στις αρχές του 20ού αιώνα, στη μουσική του για τις «Εκκλησιάζουσες» της Νέας Σκηνής του Κων/νου Χρηστομάνου, ένα «αμανετζίδικο» τραγούδι και έναν ζεϊμπέκικο χορό. Στο Θέατρο Σκιών, δημοφιλέστερο λαϊκό θέαμα της εποχής, ο διάσημος καραγκιοζοπαίκτης Γιάννης Μώρος εισάγει, το 1905 στον Πειραιά, τη φιγούρα του Σταύρακα, αποτυπώνοντας τους κουτσαβάκηδες, τους μάγκες ή τους μόρτες. Στην Πόλη και στη Σμύρνη αρχίζουν, την ίδια εποχή, οι πρώτες ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών, με προτεραιότητα στα λαϊκά τραγούδια των περιοχών αυτών, τα οποία οι Μικρασιάτες Έλληνες θεωρούσαν ως τα «πρώιμα» ρεμπέτικα. Και αφού ηχογραφούνται κυριαρχούν στα μηχανήματα αναπαραγωγής –γραμμόφωνα, μουσικά κουτιά, λατέρνες– και μεταφέρονται ευκολότερα στην κυρίως Ελλάδα.


Τελειώνοντας να επισημάνουμε ότι δυο άνθρωποι στη δεκαετία του 40 βοήθησαν στην εξάπλωση και την αποπεριθωριοποίηση του ρεμπέτικου. Ο Τσιτσάνης και ο Μάνος Χατζιδάκης. Ο πρώτος έγραψε καταπληκτικά τραγούδια και ο δεύτερος, αστός και ο ίδιος, γνώρισε το ρεμπέτικο στους αστικούς κύκλους, που κυριολεκτικά εισέβαλαν στη λαϊκή ταβέρνα

Επιμέλεια ανάρτησης: Άννα Γαλανού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου