Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Ο Μενέλαος Λουντέμης  (1912 - 22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριος (Τάκης) Βαλασιάδης, ήταν Έλληνας λογοτέχνης που γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης το1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία (Ludias


ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ' ΑΣΤΡΑ


- Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! 
- Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το “ευγενέστερον ζώον”… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!
- Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων. Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς. 
-  Ζωντανός θα πει περήφανος! 
- Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
- Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά “που πρέπει”… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση. 






Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.








Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες; Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο στον κόσμο από λίγη πικρή ζωή.




Φεύγει, φεύγει το νερό, κι είναι σαν την κηδεία, που δε γυρνά πίσω. Είναι σαν το τουμπελέκι, που δεν αλλάζει σκοπό. Φεύγει και πάει και δεν ξέρει τι θ' ανταμώσει στο δρόμο. Χορταράκια και αγριόμεντες, ψάρια, μπακακούς ή νεροφίδες... Κάποτε περνά ανάμεσα από κάποιο τρύπιο βουνό και κλαίει κρυφά. Πιο κάτω θυμώνει, μα πιο ύστερα πάλι τραγουδά μ' έναν αλησμόνητο σκοπό... Ακου, ποτάμακι νεροκουβαλητή... αν περάσεις πλάι από κανένα μποστάνι, πότισ' το, γιατί οι καρπουζιές πεισμώνουνε, σαν μείνουνε απότιστες, και δεν δίνουνε καρπούζια. Κερνά λίγο και καμιά καλαμποκιά, κερνά τες τις καημενούλες, γιατί είναι πάνω στο γάλα τους, Κερνά και το θεριστή που κάηκαν τα σωθικά του. Στάσου και σε κάτι πεζούλια που πλένουν οι χωριατοπούλες τις φλοκάτες τους και κάνε τους λίγο αφρό, γιατί δεν έχουνε σαπούνι...
Πιο κάτω είναι ο κάμπος. Τα παιδιά τσαλαβουτάνε κι αμολάνε χάρτινα βαρκάκια. Λένε και τραγούδια... άγουρα ακόμη, με αλύγιστες φωνές. Πιο κάτω το ποτάμι ανταμώνει ένα κοιμητήρι και κλαίει. Ύστερα χαϊδολογιέται στη ρίζα ενός γέρου πλάτανου, που λέει παραμύθια στα μωρά των λουλουδιών.
Το τραγούδι του -η μουσική των νερών- δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο σταματά στη θάλασσα, σταματά, γιατί δεν έχει πού να πάει, και η γλυκιά μουσική του πνίγεται μες στα μουγκρητά του ωκεανού. Εδώ κάτου το ποτάμι χάνει τη δική του μουσική. Και χάνει και το χρώμα του. Καθώς πρωτομπαίνει στο γιαλό, τα νερά του είναι μαβιά. Ποιος ξέρει γιατί... Και παρακάτω γαλαζόχροσα. Ποιος ξέρει πάλι γιατί.
Ξέρει καλά πως τα νερά στην αρχή είναι γλυκά, μα σιγά σιγά αρμυραίνουν. Σ' όλο το δρόμο μαζεύουν όλο τον ιδρώτα και τα δάκρυα. Κι έχει πολλά ο κόσμος... Κι έχει πιο πολλά η φτωχολογιά του κάμπου...
Η μουσική των νερών είναι λυπητερή. Τέτοια μουσική άκουε απ' την όχθη ένα παιδί που μιλά συχνά με τα ποτάμια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου