Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Παλιά επαγγέλματα

Τα τελευταία χρόνια χάθηκε ένας παραδοσιακός τρόπος ζωής που κυριαρχούσε για πολλές δεκαετίες τόσο στα αστικά κέντρα, όσο και στην επαρχία. 
Ο μανάβης, ο ψαράς, ο καρεκλάς αλλά και τόσοι άλλοι που γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά, δεν ήταν απλά γραφικές φιγούρες, που σήμερα βλέπουμε στις ασπρόμαυρες ταινίες. Ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι με το κλίμα εκείνων των χρόνων, όπου ακόμη οι γυναίκες κάθονταν στα κατώφλια τους ή όλες μαζί στο σοκάκι, πλέκοντας δαντέλες και εξιστορούμενες η μία στην άλλη τα βάσανά της. Η Ελλάδα μόλις έβγαινε από ένα μεγάλο πόλεμο και από τον εμφύλιο που τον ακολούθησε.


Κάποιες γυναίκες έκλαιγαν ακόμη νεκρούς άντρες, γονείς και αδελφούς, ενώ η Αθήνα γκρεμιζόταν και ξανακτιζόταν άναρχα. Τα γιαπιά τραβούσαν όλη την αντρική φρεσκάδα και την ενέργεια της νέας γενιάς και της νέας εποχής που ξεκινούσε για την χώρα μας. 
Οι άλλες δουλειές ήταν σχεδόν πάντα γυναικεία υπόθεση, έτσι οι πλανόδιοι έμποροι έλυναν πολλά καθημερινά προβλήματα. Τους έβρισκες όλους σχεδόν έξω από την πόρτα σου. Για δε την συγκεκριμένη εποχή, επιτελούσαν πράγματι κοινωνικό έργο.


Θα επιχειρήσω ένα μικρό αφιέρωμα από σκηνές της καθημερινότητας των δεκαετιών του '50, '60 και '70 με τους πλανόδιους εργαζόμενους ... επί τω έργω.

Γιαουρτάδες
Ο γιαουρτάς μετέφερε το γιαούρτι σε μεγάλα δοχεία, τις τσανάκες, και το πούλαγε χύμα με την οκά. Τις τσανάκες κουβάλαγε στους ώμους του μ’ ένα κοντάρι που από τη μια και την άλλη του άκρη κρέμονταν δυο ταμπλάδες. Αργότερα, όπως στην φωτογραφία, οι τσανάκες αντικαταστάθηκαν από τσανάκια της μισής οκάς που δεν ήθελαν ζύγισμα. Ο γιαουρτάς, τις περισσότερες φορές, είναι το ίδιο πρόσωπο με το γαλατά, το πρωί πούλαγε γάλα και ο απόγευμα γιαούρτι.

Μανάβης
Με τα κοφίνια του γεμάτα με όλων των ειδών τα ζαρζαβατικά, ο πλανόδιος μανάβης με το φορτωμένο γαϊδουράκι, γύριζε τις γειτονιές και τα χωριά διαλαλώντας την ''πραμμάτειά'' του. Οι νοικοκυρές τον ήξεραν και τον περίμεναν πως και πως, γιατί εκτός από τα φρέσκα ζαρζαβατικά που αγόραζαν,  εκείνος τις ενημέρωνε κιόλας για το τι συνέβαινε έξω από σπίτι, την γειτονιά ή το χωριό τους.

Ακονιστής
Ψαλίδια-Μαχαίρια ακονίζουμε, φώναζε ο πλανόδιος ακονιστής, που σχεδόν πάντα κουβαλούσε τον τροχό στην πλάτη του. Ο τροχός ήταν μία ζάντα από ρόδα ποδηλάτου και στο αυλάκι της ήταν περασμένο ένα λουρί. Το ξύλινο πέταλο συνδεόταν με τον άξονα της ζάντας μ’ ένα μικρότερο λουρί και ο μάστορας έδινε την κίνηση πατώντας το δυνατά με το πόδι του. Ο άξονας ήταν συνήθως μια κομμένη σούβλα…


Καρεκλάς
Ο καρεκλάς ήταν ο τεχνίτης που επιδιόρθωνε τις ψάθινες καρέκλες. Για το πλέξιμο χρησιμοποιούσε κυρίως βούρλα, (ανθεκτικό χόρτο, που δεν έσπαγε) και που το εύρισκε γύρω από τα ποτάμια, τις νεροσυρμές και στους βάλτους. Το μάζευε καλοκαίρι, το στέγνωνε κι ύστερα το έκανε μικρά δεμάτια, και κάθε μέρα τύλιγε κάποια απ’ αυτά στον  ώμο του, και μαζί με σύρματα, σφυριά και τανάλιες,  γύριζε τις γειτονιές φωνάζοντας  ‘’Ο καρεκλαααάς, καρέκλες διορθώνω’’.  

Ψαράς α΄
Ψαράς β΄

Πωλητής πουλερικών
Από τις πλέον γραφικές φιγούρες πλανόδιων πωλητών. Με τα ζωντανά περασμένα με σπάγκο από τους ώμους ή ανά χείρας, γυρνούσε στις γειτονιές, κυρίως των αστικών περιοχών, φωνάζοντας ''εδώ οι παχιές πουλάδες'', ανάμεσα από τα κρωξίματα των τρομοκρατημένων πουλερικών. 

Επισκευαστής γυαλιών















Γαλατάδες




Λαδέμπορος


Φωτογράφος..... το πουλάκι
Στον πλανόδιο φωτογράφο οφείλουμε όλες τις φωτογραφίες που έχουμε από το τέλος του 19ου αιώνα, μέχρι και την δεκαετία του ’60 ίσως και λίγο πιο μετά. Με το τρίποδο του στημένο κυρίως σε πλατείες και σε κεντρικούς δρόμους πόλεων και χωριών, αποτύπωνε πρόσωπα που φορούσαν τα καλά τους για να στηθούν απέναντι του.

Υπαίθριο ... φρεσκάρισμα


Κουλουρτζής
Ο νταμπλάς με σιμίτια γεμάτος πάνω στο τρίποδο που μπορούσε να στηθεί παντού.  Η μυρωδιά από το καβουρντισμένο σουσάμι ήταν πάντα το δέλεαρ, για να πουληθούν όλα σε ελάχιστη ώρα.

Λατερνατζής
Τι να πεις για την λατέρνα και τον οργανοπαίχτη της, τον γνωστό σε όλους μας λατερνατζή. Μελωδίες που σε έκαναν να κοντοσταθείς για να τις ακούσεις, ή να βγεις στην αυλή ή στο μπαλκονάκι  και να ρίξεις το κατιτίς σου στην λατέρνα που γύριζε τις γειτονιές, βγάζοντας τις νοικοκυρές από την καθημερινή τους ρουτίνα. Χαμογελαστές με το τραγούδι στο στόμα, στολίζονταν στην συνέχεια για να τις βρει όμορφες και επιθυμητές ο καλός τους, μόλις επέστρεφε σπίτι. 

Λαηνάς


Πήλινες γλάστρες, λεκάνες, στάμνες... για όλες τις δουλειές


Καλαθοπλέκτης
Οι καλαθοπλέκτες έφτιαχναν κοφίνια, πανέρια και καλάθια από βέργες λυγαριάς. Το καθένα τους ήταν για διαφορετική χρήση, ανάλογα με το μέγεθος του. 

Καστανάδες

Ευτυχώς, τους συναντάμε ακόμη στις διάφορες πλατείες και στους πεζόδρομους των αστικών κέντρων, μπροστά στην φουφού τους να ζεσταίνουν τις ανάσες μας με τα αχνιστά κάστανα τους.

χωρίς λόγια.....










Αρκουδιάρης
Μας διασκέδαζαν οι αρκουδιάρηδες σε χωριά και πόλεις και γελούσαμε με τα καμώματα των ζωντανών τους, που έκαναν αστείες κινήσεις μόλις το αφεντικό τους έπαιζε το ντέφι. Τότε ακόμη δεν γνωρίζαμε, πόσο υπέφερε το καημένο το ζώο και τι τιμωρίες είχε υποστεί, μέχρι να μάθει, για να μας κάνει να γελάμε.

Βαρελάς
Πωλητές πάγου

Τότε που τα ηλεκτρικά ψυγεία ήταν ακόμη ένα μακρινό όνειρο, οι διανομείς πάγου, για τα ανάλογα ψυγεία, τριγυρνούσαν αδιάκοπα σε όλες τις γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων μοιράζοντας δροσιά...

Παγωτατζής
Με μια δεκάρα ξεκίνησε το χωνάκι παγωτό, ανέβηκε στην μια εικοσάρα και μόλις η τιμή του ακούμπησε το πενηνταράκι (μισή δραχμή), τότε και οι παγωτατζήδες άρχισαν σιγά σιγά να εξαφανίζονται. Το πρώτο έτοιμο παγωτό ξυλάκι, είχε ήδη βγει στην αγορά... 

Ψιλικατζής
Πολλά ψιλολόγια, χρήσιμα όμως σε γυναίκες κάθε ηλικίας. Όλα τα είχε μέσα το μικρό ερμάριο, φορτωμένο στον πάντα υπομονετικό γαϊδαράκο. Από κοκαλάκια για τα μαλλιά, κουβαρίστρες για το πλέξιμο, βελόνες, χάντρες, βεντάλιες, κραγιόν, μεταξωτές κάλτσες, ζαρτιέρες, φιόγκους, κορδέλες, χτένες, μπουκαλάκια με αιθέρια έλαια... και ό,τι άλλο μικρό αλλά εξόχως χρήσιμο

Εφημεριδοπώλες

Υφασματέμπορας
Απ' όλα έχουμε κυρά μου, και τσίτια και μερσεριζέ και ποπλίνες και κουσκουσέ... Ό,τι θέλει η καρδούλα σου. Κι αν θες και μετάξι κι αυτό μπορώ να στο φέρω, κατευθείαν από την Κίνα... 

Υπαίθριοι ανθοπώλες 


Σαλεπιτζήδες









Ο σαλεπιτζής ήταν από τους πλέον χαρακτηριστικούς τύπους πλανόδιων πωλητών. Πάντα χρησιμοποιούσε μπρούτζινα σκεύη καλογυαλισμένα και πεντακάθαρα. Διάλεγε το στέκι που θα έστηνε το ''μαγαζί'', του ανάλογα με την περιοχή που σύχναζαν είτε ξενύχτηδες είτε εργαζόμενοι που πήγαιναν πολύ πρωί στην δουλειά τους, γιατί σε εκείνους απευθυνόταν. Το καυτό σαλέπι ήταν βάλσαμο για το κρύο και την παγωνιά.  

Μην ψάχνετε για υγειονομείο, ώσπου να έρθει θα έχω ξεπουλήσει...

Λούστρος
Το καθημερινό γυάλισμα των παπουτσιών ήταν απολύτως απαραίτητο, μιας και τότε, ακόμη και στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν αρκετοί χωματόδρομοι.
                                                   
                                                     Λούστροι... σε αναμονή πελατών


Γανωτζής
Γανωτζής ή γανωματής  ο τεχνίτης που με το καλάϊ έκανε το μπακίρι να λάμπει.Τα χρόνια που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν μπακιρένια σκεύη, ο γανωματής ήταν ο πλέον χρήσιμος, φγιατί μόλις ο κασσίτερος οξειδωνόταν, τα σκεύη γίνονταν πολύ επικίνδυνα.

Μαρουλάς
Ο μαρουλάς ή χορταράς, διέφερε από τον μανάβη, αφού εκείνος δεν αγόραζε για να πουλήσει, αλλά πήγαινε μόνος του να βρει τα χόρτα, τις περισσότερες φορές τα καθάριζε κιόλας, και στην συνέχεια γέμιζε τα κοφίνια, τα φόρτωνε στον γαϊδαράκο του και άρχιζε την γύρα στις γειτονιές.  

Ναξιώτης νερουλάς... και νερό με το τάσι

Ο νερουλάς και η ... υδροφόρα του
Στην Αθήνα του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα, που δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης, η τροφοδοσία νερού στα σπίτια γινόταν με αυτό τον τρόπο. Ο νερουλάς προμηθευόταν το νερό από τον Υμηττό και κουβαλούσε με κάρο στις γειτονιές.  Μια δεκάρα ο τενεκές... 

Μπαλωματής
Πολλές οι δουλειές για τους υπαίθριους μπαλωματήδες παπουτσιών, ιδίως μετά από τον μεγάλο πόλεμο του 1940. Τα παπούτσια μπαλώνονταν και ξαναμπαλώνονταν, γιατί ελάχιστοι μπορούσαν να διαθέσουν κάποιο ποσό για ν' αγοράσουν καινούρια. Εκτός λοιπόν από τους παραδοσιακούς τσαγκάρηδες, που γνωρίζουμε υπήρχαν και οι μπαλωματήδες του δρόμου...

Σαμαράς ή σαμαρτζής

Υπαίθριος πεταλωτής

Παπλωματάς
Ο γυρολόγος παπλωματάς γυρνούσε στις γειτονιές και στα χωριά, έχοντας πάντα μαζί του, το ‘’δοξάρι’’ του, ένα τοξοειδές ξύλινο όργανο, με το οποίο χτυπούσε ελαφρά την επιφάνεια του παπλώματος, έως ότου απλωθεί ομοιόμορφα, το ήδη ξασμένο βαμβάκι. Μόλις το πάπλωμα έπαιρνε ομοιόμορφο πάχος τότε το έραβε. 









Ζεστό στραγάλι, φιστίκι αράπικο, 
πασατέμποοο....



Ανάπαυση και αναμονή ...

Ρεμπέτικη κομπανία
...και όλα τέλειωναν μουσικά, αφού οι κομπανίες των ρεμπετών, διωγμένοι και κυνηγημένοι απο νόμιμα στέκια, έστηναν την ''ορχήστρα'', τους, έπιναν το ρακί και τραγούδαγαν τα βάσανα και τα σεκλέτια του μεροκαματιάρη και του φτωχού κοσμάκη. 

Άννα Γαλανού: Κείμενα και επιλογή φωτογραφιών 

http://annagalanou.blogspot.gr/

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ταμπαχανιώτικα τραγούδια

''Η μουσική δεν κατέχει από σύνορα''

Τα Ταμπαχανιώτικα είναι τα επονομαζόμενα ρεμπέτικα τραγούδια της Κρήτης, τα δε περισσότερα απ’ αυτά είναι γνωστά και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η προέλευση του ονόματός τους είναι τούρκικη και προέρχεται από την λέξη tabakhane – ταμπακχανέ, που σημαίνει βυρσοδεψείο. Τα τραγούδια αυτά, είναι επηρεασμένα από την Κρητική παραδοσιακή μουσική, διατηρούν όμως και αρκετά στοιχεία της ανατολής και γιαυτό ονομάζονται και μανέδες.




Τον 18ο αιώνα ακούγονται στις ελληνικές περιοχές της Ιωνίας, κυρίως της Σμύρνης, όπου είχαν εγκατασταθεί αρκετοί κάτοικοι κρητικής καταγωγής, οι οποίοι και συγκέρασαν τα δύο είδη μουσικής, το Κρητικό τραγούδι με τους Σμυρνέϊκους αμανέδες. Παράλληλα όμως και λόγω του εμπορίου που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στα παράλια της Ιωνίας και στις πόλεις, κυρίως της δυτικής Κρήτης, τα τραγούδια αυτά, ακούγονταν σε πολλές ημιαστικές, αλλά κυρίως αστικές περιοχές του νησιού.



Τα ταμπαχανιώτικα τραγούδια δεν είναι χορευτικά και συνδυάζουν αρμονικά την ύπαρξη του χριστιανικού και του μουσουλμανικού στοιχείου εκείνων των περιοχών, με τους αμανέδες της Μικράς Ασίας στην αρχή και με το ρεμπέτικο τραγούδι αργότερα.

Στην αρχή παιζόταν μόνο με  μπουλγαρί (τρίχορδο μπουζούκι),  αργότερα όμως προστέθηκαν και άλλα έγχορδα όργανα, όπως λαούτο, ούτι και λύρα.

Από τα πιο παλιότερα Ταμπαχανιώτικα τραγούδια, γνωστότερος είναι ο Σταφιδιανός σκοπός του Τουρκοκρητικού σταφιδέμπορου, Μεχμέτ Σταφιδάκη, που πρωτοηχογραφήθηκε δυο φορές σε δίκους 78 στροφών από τον μεγάλο Ρεθεμνιώτη μουσικό, Στέλιο Φουσταλιεράκη ή Φουσταλιέρη.



Άλλο γνωστό τραγούδι είναι το Φιλεντέμ. Ο ίδιος ο Στέλιος Φουσταλιεράκης είχε δηλώσει ότι το είχε μάθει από το πλήρωμα ενός τουρκικού φορτηγού πλοίου που είχε δέσει στο λιμάνι του Ρεθύμνου. Το τραγούδι αναφερόταν στον αιμοσταγή Τούρκο πολέμαρχο Εντέμ, τον οποίο προσφωνούσε "φίλε Εντέμ" – φιλεντέμ – και τον καλούσε να μετριάσει τις σφαγές του κατά των χριστιανών.

Ο Φουσταλιέρης ήταν δεξιοτέχνης στο μπουλγαρί θεωρείται ως ο κυριότερος εκπρόσωπο του κρητικού ταμπαχανιώτικου τραγουδιού. Ηχογράφησε πολλά από τα γνωστά μας ως σήμερα τραγούδια, με τη φωνή του λαουτιέρη και τραγουδιστή Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη, του Γιώργη Τζαγκαράκη ή Τζιμάκη, μεγάλου τραγουδιστή της εποχής και του λυράρη Αντώνη Παπαδάκη ή Καρεκλά.



Γνωστά ταμπαχανιώτικα τραγούδια ηχογραφημένα κατ’ αρχήν από τον Φουσταλιέρη, αλλά στην συνέχεια και από άλλους Κρήτες μουσικούς.

Χαλεπιανός μανές ή τα βάσανά μου χαίρομαι ή ούλοι μου λένε γιάειντα κλαις (από Θανάση Σκορδαλό).
Πονεμένη καρδιά ή σαν είχες άλλο στην καρδιά (από Κώστα Μουντάκη)
Όσο βαρούν τα σίδερα (η Αμανές από Θανάση Σκορδαλό και με τον αρχικό τίτλο από τον Νίκο Ξυλούρη),
Το μερακλίδικο πουλί (με τον ίδιο τίτλο και από Θανάση Σκορδαλό)
Όσο σιμώνει ο καιρός ή οι πέντε μερακλήδες (από Κώστα Μουντάκη)
Σαν δεις αγάπης δάκρυα ή στ’ αραχνιασμένο μνήμα μου 
Παραπονιάρης
Πολλές καρδιές κρυφά πονούν
Καναρίνι μου γλυκό
Έξω τ’ αχείλι μου γελά
…… και πολλά άλλα ηχογραφημένα όλα από τον Στέλιο Φουσταλιεράκη.



Άλλα γνωστά ταμπαχανιώτικα είναι:
Ο βαρύς Ρεθεμνιώτικος ή δακρύζω με παράπονο
Ο βαρύς πισκοπιανός
Το νενέ μου
Πάρε καρότσα κι έλα
Εγύραν τα κλωνάρια μου ή αχ μικρό μελαχρινό
Όσα ψαράκια βόσκουνται ή άσπρο περιστέρι μου
Μ’ έκαμες και σ’ αγάπησα
Αμέτε με στην εκκλησιά
Νυχτοπούλι κάθ’ αργά
Ψάχνω να βρω το δάκρυ σου
……. και πολλά άλλα, αμέτρητα που αξίζει τον κόπο να αναζητήσετε



Από το ‘’Mουσικό κουτί’’ του  Θανάση Σκορδαλού
… Σημειωτέον ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός της τουρκοκρατούμενης Κρήτης, εκτός από στρατιωτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους και από κάποια δερβίσικα τάγματα, αποτελούνταν στη συντριπτική του πλειοψηφία από εξισλαμισμένους Κρητικούς (συχνά εξισλαμισμένους φαινομενικά τουλάχιστον στην πρώτη γενιά αν και αργότερα πολλοί κατέληξαν φανατικοί και αδίστακτοι μουσουλμάνοι· άλλοι όμως παρέμειναν κρυπτοχριστιανοί και κάποιοι απ’ αυτούς εκδηλώθηκαν σε καιρούς επαναστάσεων, όπως ο Μιχάλης Κουρμούλης και οι Τέσσερις Μάρτυρες του Ρεθύμνου). Όλοι αυτοί, αν και ασπάστηκαν την ισλαμική θρησκεία, λόγω των φρικτών συνθηκών ζωής των ραγιάδων, όμως δεν άλλαξαν ιδιαίτερα τη γλώσσα τους ούτε τη στάση τους απέναντι στη ζωή, γιαυτό και οι "γνήσιοι Τούρκοι" τους αποκαλούσαν περιφρονητικά "μπουρμάδες" (=γυρισμένους, δηλ. εξωμότες). Αυτό εξάλλου έγινε φανερό όταν το κύμα των Τουρκοκρητικών έφθασε στη Μικρά Ασία, με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, φέροντας τα κρητικά επώνυμα (που υποχρεώθηκαν να τα αλλάξουν) και την άπταιστη κρητική διάλεκτο, τις μαντινάδες κ.τ.λ. βλ. Ι. Κονδυλάκη, Οι Τουρκοκρητικοί, Π. Πρεβελάκη, Το Χρονικό μιας Πολιτείας, Ν. Αγγελή, Τα Ενεψίζικα, Χορωδία και Ορχήστρα Παραδ. Μουσικής Δήμου Ρεθύμνης "Παύλος Βλαστός", CD "Αστραπή Περίφημος-Αρκαδίου Έπος", Κρητ. Μουσ. Εργ. 1999 κ.λπ.
Aλλοι Χανιώτες Τουρκοκρητικοί με σημαντική συμβολή στην κρητική μουσική παράδοση ήταν ο Μουσταφά Καραγκιουλές (1845-1930;, συνθέτης του περίφημου συρτού καραγκιουλέ) και ο οργανοποιός Αμπντούλ Καλημεράκης.




Ευχαριστώ πολύ: 
http://www.pyxida.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1029&catid=37:2009-12-15-17-12-51&Itemid=201


Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ - ΓΕΝΝΕΣΙΣ -

Αποσπάσματα... 

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ' εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από 'να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το 'χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ' ακριβό του τ' όνομα φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν' απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

ΑΥΤOΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!



Επειδή και οι ώρες γύριζαν όπως οι μέρες
με πλατιά μενεξεδένια φύλλα στο ρολόι του κήπου
Δείχτης ήμουν εγώ
Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη
ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος
Έδειχνα την ανάγκη που μου ερχόταν άρμη
καταπρόσωπο  
Έντομα κοριτσιών
Μακρινές αστεροπές της Ίριδας -
«Όλα τούτα καιρός της αθωότητας
ο καιρός του σκύμνου και του ροδαμού
ο πολύ πριν την Ανάγκη» μου είπε
Και τον κίνδυνο έσπρωξε με το 'να δάχτυλο
Στην κορφή του κάβου φόρεσε μελανό φρύδι
Από μέρος άγνωστο φώσφορο έχυσε
«Για να βλέπεις» είπε «από μέσα
στο κορμί σου
φλέβες κάλιο, μαγγάνιο
και τ' αποτιτανωμένα
παλαιά κατάλοιπα του έρωτα»
Και πολύ τότε σφίχθηκε η καρδιά μου
ήταν το πρώτο τρίξιμο του ξύλου μέσα μου
μιας νυχτός που εσίμωνε ίσως
η φωνή του γκιόνη
κάποιου που είχε σκοτωθεί
το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο
Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου
μυστικά να διαβαίνουνε
φάροι ψηλοί ξωμάχοι 
Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα
Τ' άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά
Και πολύ πιο βαθιά πίσω απ' τα κύματα
στο Νησί με τους κόλπους των ελαιώνων
Μια στιγμή μου εφάνηκε θωρούσα Εκείνον
που το αίμα του έδωσε να σαρκωθώ
τον τραχύ του Αγίου δρόμο ν' ανεβαίνει
μια φοράν ακόμη
Μια φοράν ακόμη
στα νερά της Γέρας ν' ακουμπά τα δάχτυλα
και τα πέντε ν' ανάβουνε χωριά
ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος
ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός
εξουσία και κλήρος της γενιάς μου.


Αλλά τώρα» είπε «η άλλη σου όψη
ανάγκη ν' ανεβεί στο φως»
και πολύ πριν με το νου μου βάλω
ή σημάδι φωτιάς ή σχήμα τάφου
Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας
τα μεγάλα ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου
Και η Νύχτα πανσές
παλιάς
πριονισμένης από νοσταλγία Σελήνης
με του έρημου μύλου τα χαλάσματα και την άκακη ευωδιά τής κόπρου
πήρε μέρος μέσα μου
Διαστάσεις άλλαξε στα πρόσωπα· μοίρασε αλλιώς τα βάρη
Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη
μέσα στους ανθρώπους
όπου ήχος άλλος κανείς
μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη
Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν
τότε μόνο ενόησα
που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
Είδα μέσα στα σπίτια καθαρά σαν να μην ήταν τοίχοι
με το λύχνο στο χέρι να περνούν γερόντισσες
τα χαράκια στο μέτωπο και στο ταβάνι
και άλλοι νέοι με το μουστάκι που έζωναν άρματα στη μέση τους
αμίλητοι
δύο δάχτυλα πάνω στη λαβή
εδώ κι αιώνες.
«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι
και να μείνει αυτή.
Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
της Τετρακτίδος.
Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας
λάλησε μακριά πάνω απ' τα παραπήγματα
ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά
και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος  Ο Αρχάγγελος  ο αεί δεξιά μου
  
ΑΥΤΟΣ, εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!


Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι για μένα, ''Η δική μου Ελλάδα''

Επιμέλεια ανάρτησης: Άννα Γαλανού http://blog.annagalanou.gr/